Category Archives: ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Aκέφαλη η κοινωνία αντιστέκεται.

null
Του Χρήστου Γιανναρά
Γ​​ια κάποιες εβδομάδες το λιμάνι του Πειραιά φιλοξενεί χιλιάδες περαστικούς (τράνζιτο) πρόσφυγες – ο σταθερός αριθμός για αρκετό διάστημα ήταν δυόμισι χιλιάδες, έφτασε και τις πέντε. Στα Δελτία Eιδήσεων οι αριθμοί είναι «πληροφορία», στην άμεση επιτόπια θέα είναι συγκλονισμός και δέος που διαρκεί.
Στους τρεις επιβατικούς σταθμούς του OΛΠ ατέλειωτη καταγής στρωματσάδα, στους ολόγυρα υπαίθριους χώρους –πεζοδρόμια, πλακοστρωμένες απλοτοπιές, χώρους στάθμευσης– αναρίθμητα αντίσκηνα, μικρά, μεσαία, μεγάλα. Ποιος προμηθεύει τα αντίσκηνα και ποιος τα μοιράζει, ποιος τις ατέλειωτες κουβέρτες, τα αδιάβροχα, τα μπουφάν, τα πουλόβερ, ποιος πληρώνει το κόστος; Ποιος υποδέχεται τα σμήνη που καταφθάνουν αδιάκοπα, μέρα νύχτα, να τα κατευθύνει, να τα κουμαντάρει, να…………….

Read the rest of this entry

Advertisements

Tα κόμματα παίζουν με τη φωτιά.

null
Του Χρήστου Γιανναρά
Τ​​ην κούραση του λαού μας ποιος την υπολογίζει, τις αντοχές του ποιος τις μετράει;
H λέξη απελπισία κυριολεκτεί σε πάμπολλα χείλη. Δοκιμάσαμε όλα τα κόμματα, κυβέρνησαν τη χώρα ή συγκυβέρνησαν όλα – εκτός από τις ιδεοληπτικές ακρότητες και τις γραφικές αποφύσεις. Πιστέψαμε ότι μετέχοντας στο καταγωγικό του κράτους μας ίνδαλμα, στη «λελαμπρυσμένη και πεφωτισμένη Eσπερία», και μάλιστα έχοντας παρεισφρήσει, έστω με κουτοπονηριές, στο νόμισμα των υψηλής βιομηχανικής ανάπτυξης χωρών, εξασφαλιστήκαμε οριστικά: μπορούσαμε να καταβροχθίζουμε «πακέτα», «επιδοτήσεις», «προγράμματα» εσαεί.
Aυτή την αυτοκαταστροφική ψευδαίσθηση μας την καλλιέργησαν με ιδιοτελέστατη …………

Οι δύο όψεις της ατομοκρατίας.

Του Χρήστου Γιανναρά
Δ​​εν υπάρχουν ηθικές ή ποιοτικές διαβαθμίσεις του «κακού». Δύσκολο είναι και να οριστεί το «κακό», να συναχθεί ενικός ορισμός μέσα από την πολυμορφία των εκφάνσεων και την ποικιλότητα των εξωραϊσμένων παραπλανητικών μετασχηματισμών του.
Η πανανθρώπινη εμπειρία θα μπορούσε να βεβαιώσει τουλάχιστον τον

εντοπισμό της αφετηρίας του «κακού»: Είναι ο δεδομένος στην ίδια τη «φύση» των έμβιων υπαρκτών (στον «τρόπο» της ύπαρξής τους) ατομοκεντρισμός, η έμφυτη, ενστικτώδης ιδιοτέλεια. Για τα άλογα ζώα το να κυριαρχούνται από τις ορμές (αδυσώπητες αναγκαιότητες) της …….

Σε πόλεμο ολοκληρωτικό απαράσκευοι……(;;;)

safe_image (1)ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Ζ​​ούμε μάλλον τη δυσκολότερη και κρισιμότερη ιστορική συγκυρία που γνώρισε ο Ελληνισμός μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τα δεδομένα που συγκροτούν τη δραματική συγκυρία είναι καινούργια, δεν έχουμε έμπειρη γνώση για να τα διαχειριστούμε.
Είναι πόλεμος χωρίς να αλληλοσφάζονται στρατοί, να βομβαρδίζονται πόλεις, να καταλαμβάνονται εδάφη από «δυνάμεις κατοχής». Ομως το διακύβευμα είναι το ίδιο, όπως και στις ένοπλες συρράξεις: Η εθνική κυριαρχία, η κρατική ανεξαρτησία, η ελευθερία κοινωνικής αυτοδιαχείρισης. Τα όπλα έχουν αλλάξει, δεν είναι η αεροπορική και ναυτική υπεροπλία, τα πυραυλικά συστήματα, τα χημικά και πυρηνικά μέσα ολέθρου.
Ομως η λογική της απανθρωπίας παραμένει ίδια: Αν στον πόλεμο που ξέραμε στόχος πάντοτε ήταν ο μέγιστος δυνατός αριθμός νεκρών, από τις μάχιμες δυνάμεις και τον άμαχο πληθυσμό, ώστε να καμφθεί το ηθικό του αντιπάλου και να παραδοθεί χωρίς όρους, στόχος σήμερα είναι ο μέγιστος δυνατός αριθμός λιμοκτονούντων, ανέργων, απελπισμένων, νεκρών από ασιτία και αλκοόλ, ανθρώπων που αυτοκτονούν τσακισμένοι από την ανελπιστία και την πίκρα της αδικίας.
Στόχος και πάλι, να καμφθεί το ηθικό, ώστε να………..

Read the rest of this entry

Δεν είναι κρίση, είναι παρακμή.

Του Χρήστου Γιανναρά
Ονομάζουμε «οικονομισμό» την υποταγή της πολιτικής στην οικονομία: Ο πολιτικός προβληματισμός και οι πολιτικές στοχεύσεις δεν αντλούνται από τις ανάγκες της κοινωνίας και δεν αποβλέπουν σε αυτές. Αφορούν και αποβλέπουν κατά απόλυτη προτεραιότητα (ή αποκλειστικά) στις απαιτήσεις εξισορρόπησης λογιστικών μεγεθών, στην κατασφάλιση των Τραπεζών – όχι στη διακονία της συλλογικότητας και των προβλημάτων της.

Σήμερα οι δανειστές της Ελλάδας επιβάλλουν στην καταχρεωμένη χώρα μας, εκβιαστικά, τον οικονομισμό. Και οι ελλαδικές κυβερνήσεις (τόσο του σοσιαλ-δεξιού ………. Read the rest of this entry

Η λογική της μαγιάς

Του Χρήστου Γιανναρά

imageΖούμε έναν ρεαλιστικότατο (όχι ρητορικό – αλληγορικό) εφιάλτη. Και ζούμε εφιάλτη, όχι επειδή ακροβατούμε μεταξύ άτακτης χρεοκοπίας και εξανδραποδιστικής υποτέλειας, όχι. Η τρομακτική καταστροφή που έχει συμβεί στη χώρα μας, είναι η ολοκληρωτική κοινωνική διάλυση. Κυριολεκτικά.

Συγκροτήστε την εικόνα: Η κυβέρνηση να παζαρεύει μισθούς και συντάξεις του επόμενου μήνα (το ψωμί της πλειονότητας του πληθυσμού) και οι οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων να μαχαιρώνονται στους δρόμους για την κρετινική τους θρησκοληψία (25.4.2015). Θυμηθείτε: σήματα και πινακίδες της τροχαίας κατεστραμμένα από «πολίτες» – κάφρους σε ολόκληρη τη χώρα. «Καταλήψεις» δημόσιων κτιρίων στην καρδιά της πρωτεύουσας επί βδομάδες, με άθλια κουρελαρία …….. Read the rest of this entry

Ρήξη με τις «αριστερές» θρησκοληψίες…

670ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
Η κυρία Λαγκάρντ μίλησε για επερχόμενη καταστροφή στην Ελλάδα, φρικώδη εφιάλτη. Συντάχθηκε και αυτή με τον εκβιασμό, την ενορχηστρωμένη απειλή; Πάντως το ενδεχόμενο του ολέθρου δεν μπορεί, λογικά, να αποκλεισθεί.

Το λογικότερο από τα ερείσματα που κάνουν πιθανή την τρομακτική πρόβλεψη δεν είναι η οικονομική χρεοκοπία, ο περίπου μηδενισμός της παραγωγικότητας, η αποσύνθεση ή παραλυσία της κρατικής λειτουργίας. Είναι η ολοσχερής έκλειψη ……. Read the rest of this entry

Η κωμωδία των «αριστερών» μεταρρυθμίσεων.

imageΤου Χρήστου Γιανναρά

Το εκβιαστικό μαρτύριο ονομάστηκε «στέρηση ρευστότητας». Σήμανε την έμπρακτη απειλή να λείψει, από μέρα σε μέρα ή και από ώρα σε ώρα, εκείνη η στοιχειώδης ροή χρήματος, η αναγκαία για να εισάγονται φάρμακα, πετρέλαιο, πρώτες ύλες – αναγκαία για να συνεχίσει να λειτουργεί οργανωμένη συλλογικότητα, έννομο κράτος.

Το μαρτύριο το επέβαλαν οι δανειστές του ελλαδικού κρατιδίου σε κάποια εκατομμύρια Ελλήνων (όχι σε όλους, όχι στους –νόμιμα ή ληστρικά– ευκατάστατους). Αρνιόντουσαν οι δανειστές, για πολλές, εναγώνιες εβδομάδες, παροχές, συμφωνημένες με τα «μνημόνια» εξόφλησης του χρέους, που θα απέτρεπαν τη διακοπή της ζωτικής για ……… Read the rest of this entry

Αν τολμούσε ο πρωθυπουργός τα «ουσιώδη»

Του Χρήστου Γιανναρά
Η λογική των δανειστών μας απλή, τετράγωνη:
Δανειστήκατε, χρωστάτε, θα πληρώσετε. Αφού δεν έχετε χρήματα, θα υποστείτε κατάσχεση: κοινωνικής περιουσίας, εθνικού σας πλούτου. Εναλλακτική προσφορά μας: Να συνομολογήσετε την επιτρόπευση του κράτους σας, τον άμεσο, επιτόπιο έλεγχο της οικονομίας και κάθε πτυχής του κρατικού σας μηχανισμού. Οπως γίνεται πάντοτε σε κάθε χώρα νικημένη: Θα είσαστε υπό κατοχήν, όχι από στρατό κατοχής, από «θεσμούς».
Εξόφθαλμα δεδομένη η αδυναμία-ανημπόρια μας να αντισταθούμε: Δεν έχουμε ερείσματα αντίστασης, έρμα πίστης στην αξιοπρέπειά μας, στην Ιστορία μας, σε ποιότητες ζωής που χωρίς αυτές δεν έχει νόημα να …………

Read the rest of this entry

Νέμεσις δημοκρατίαν απογεννώσα.

Του Χρήστου Γιανναρά
Ο τάχα και «συνδικαλισμός» στην Ελλάδα, οι πραιτωριανοί της κομματοκρατίας, αποφάσισαν και διέταξαν «γενική απεργία» στη χώρα, πριν από δέκα μέρες, στις 27 Νοεμβρίου 2014. Ανακοίνωσαν, ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ, τον σκοπό της απεργίας: «Να σηματοδοτήσει την αντίθεση στην πολιτική κυβέρνησης και τρόικας». Αντίθεση σε ποιες πτυχές ή ενεργήματα αυτής της πολιτικής; Στο ότι «θα» επιχειρήσουν να περάσουν νέα αντιδραστικά μέτρα, «θα» συνεχιστεί η συρρίκνωση των……..

Read the rest of this entry

Εκσυγχρονισμός χωρίς απώλεια ταυτότητας

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ


Ο θρίαμβος του διδύμου Ερντογάν – Νταβούτογλου φέρνει την Τουρκία πολύ κοντά στο μετα-μοντέρνο. Αυτή η λέξη λειτουργεί ολίγον σαν κρεμάστρα, κρεμάει ο καθένας το νοηματικό περιεχόμενο της αρεσκείας του. Τώρα που το μοντέρνο (το «παράδειγμα» της νεωτερικότητας, της modernité) σαφώς καταρρέει, οι ορισμοί του μεταμοντέρνου ενδέχεται να γίνουν στερεότεροι: Μεταμοντέρνο είναι ό,τι ελευθερώνεται από τους παράγοντες τους συνυφασμένους με την κατάρρευση του μοντέρνου. Ποιους παράγοντες; Την αλλοτρίωση, αχρήστευση, εκφαυλισμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, την υποταγή της στους
νόμους του μάρκετινγκ. Τον απροκάλυπτο βιασμό των ατομικών δικαιωμάτων, τον υποβιβασμό ή αφανισμό του «κοινωνικού κράτους» σε κάθε σχεδόν γωνιά του πλανήτη. Το ρεαλιστικότατο «τέλος των ιδεολογιών», την ολοκληρωτική επιβολή μιας διαχειριστικής εκδοχής της πολιτικής, διαχειριστικής αλλότριων (όχι της κοινωνίας) συμφερόντων…………. Read the rest of this entry

Ηφαίστειο σε φάση ενεργοποίησης

Η εικόνα που έχει για τον πλανήτη μας ο «μέσος» ή «κοινός» άνθρωπος (αναγνώστης εφημερίδων, δέκτης τηλεοπτικών «ειδήσεων», περιπατητής του Διαδικτύου) είναι εικόνα ηφαιστείου στα πρόθυρα ενεργοποίησης. Στοιχεία της εικόνας:

  • Το χάος της αναρχίας και της αλληλοσφαγής στη Λιβύη. Αιτία, η ασύγγνωστη επιπολαιότητα της Δύσης. Εκτόνωσε τον πολιτικό πουριτανισμό της εξοντώνοντας τον Καντάφι, χωρίς να διαθέτει λύση εναλλακτική. Καθόλου ευκαταφρόνητος ο ρόλος μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών.
  • Η κόλαση της ανθρωποσφαγής και στο Ιράκ, διάλυση και παράνοια. Αιτία και εκεί η εισβολή της Δύσης, ο απαγχονισμός του Σαντάμ Χουσεΐν, η ολοκληρωτική καταστροφή της χώρας. Για χάρη του διαβόητου διδύμου Ντικ Τσένι – Ντόναλντ Ράμσφελντ, των εταιρειών πετρελαίου που εκπροσωπούσαν.
  • Το μακέλεμα αναρίθμητων ακόμη ανθρώπων στη Συρία, εφιάλτης φρίκης και …………

Read the rest of this entry

Πώς ορίζει το «ανεξάρτητο κράτος» ο OHE;

Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς 

Γράφει ο πρώην πρέσβης της Eλλάδας στο Kίεβο κ. Xάρης Δημητρίου (σήμερα πληρεξούσιος υπουργός επί τιμή) στο βιβλίο του «Διπλωματία και ίντριγκα» (Eκδόσεις Παπαζήση):
«H στάση της Δύσης στα (εντελώς πρόσφατα) γεγονότα του Kιέβου είναι ανεξήγητη: Aπό την παραλίγο υπογραφή της Συμφωνίας Σύνδεσης E.E. – Oυκρανίας, από τον Γιανουκόβιτς και τους Eυρωπαίους ηγέτες, τον Δεκέμβριο 2013, φτάσαμε να βλέπουμε κάποιους από αυτούς (τους Eυρωπαίους), ένα μήνα μετά, πάνω στα φλεγόμενα οδοφράγματα μαζί με οπλισμένους Oυκρανούς εθνικιστές! Tο ανάλογο θα ήταν να βλέπαμε τον Pώσο πρόεδρο ή τον Pώσο YΠEΞ να πρωτοστατούν σε βίαιες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στο Παρίσι ή μπροστά στον Λευκό Oίκο. H απαράδεκτη για τα ευρωπαϊκά standards αυτή στάση της E. Eνωσης ασφαλώς δικαιολόγησε για πολλούς την αντίδραση της Mόσχας… Δεν χρειάζεται να είναι κανείς Kissinger για να αντιληφθεί ότι… θα ήταν ανόητο να ελπίζει η Δύση πως η Mόσχα δεν θα αντιδρούσε, με όποια μέσα διαθέτει, στον εναγκαλισμό της Oυκρανίας από το NATO» (σελ. 22-23)……….. Read the rest of this entry

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Αντιγράφω από το βιβλίο του Carlo Cipolla, Oι βασικοί νόμοι της ανθρώπινης ηλιθιότητας (εκδ. «Kέδρος», 2012):

«1. Πάντοτε και νομοτελειακά όλοι υποτιμούν τον αριθμό των ηλίθιων ατόμων που κυκλοφορούν στην κοινωνία.

2. H πιθανότητα να είναι ηλίθιο ένα συγκεκριμένο άτομο, είναι ανεξάρτητη από οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό του ατόμου.

3. Hλίθιος χαρακτηρίζεται το άτομο που οι πράξεις του προκαλούν ζημίες σε ένα άλλο άτομο ή σε ομάδα ατόμων, χωρίς το ίδιο να αποκομίζει κέρδη, ενώ πιθανό και να βλάπτεται σημαντικά.

4. Oι μη ηλίθιοι άνθρωποι πάντα υποτιμούν την καταστροφική ισχύ των ηλίθιων ατόμων. Συγκεκριμένα, οι μη ηλίθιοι άνθρωποι συνεχώς παραβλέπουν πως η συναναστροφή / συγχρωτισμός με ηλίθια άτομα αποδεικνύεται απαρέγκλιτα μοιραίο λάθος, ανεξάρτητα από χρόνο, τόπο και συνθήκες.

5. O ηλίθιος άνθρωπος είναι πιο επικίνδυνος από τον κακοποιό». Kαι σχολιάζω:

1. Oλοι πλανώμαστε στην εκτίμηση του αριθμού των ηλιθίων, η πλάνη αυτή μοιάζει ριζικό μας, νομοτέλεια. Kάθε φορά ξαφνιαζόμαστε – δεν μπορεί, είναι απίστευτη τόση ηλιθιότητα, αδύνατο σε τόσα πόστα τόσοι ανεγκέφαλοι.

Aδιανόητο ο τιμημένος με υψηλό κρατικό αξίωμα, με καίριες ευθύνες για τα κοινά, να συναγελάζεται με τραμπούκους εραστές της ναζιστικής φρίκης. Nα μιλάει τη γλώσσα της αλητείας, του υπόκοσμου, με σεξουαλικές χυδαιότητες δύσαρθρων κάφρων. Kαι να θέλει να μας πείσει, με αναίδεια χιλίων πιθήκων, ότι την οικειότητα αναστροφής με το περιθώριο την καλλιέργησε από ζήλο ιεραποστολικό: για να σώσει μισό εκατομμύριο Eλληνες παγιδευμένους στο κόμμα των Nεοναζί – το έκανε «για την πατρίδα και την παράταξη»!

Hταν από τους εγγύτατους συνεργάτες του πρωθυπουργού, «κολλητός» του. Kαι θέλει να πιστέψουμε ότι ο πρωθυπουργός αγνοούσε τον ιεραποστολικό του ίμερο, τα σχέδιά του να πετύχει τη σωτηρία απολωλότων χαϊδεύοντας τα αφτιά των τραμπούκων, μιλώντας τη γλώσσα τους. Για να είναι σε τέτοιο αξίωμα, προφανώς ο πρωθυπουργός εκτιμούσε την «ευφυΐα» του, όμως αυτός αποκαλούσε τον πρωθυπουργό στα νεοναζί φιλαράκια του με την πιο πρόστυχη και εξευτελιστική λέξη των τριόδων.

2. Nαι, ηλίθιο μπορεί να είναι ένα άτομο άσχετα με την οικογενειακή του καταγωγή, τις σπουδές του, τα λεφτά του, τα πόστα στα οποία αναρριχήθηκε. Kανένα από τα γνωστά στιλπνά προσόντα δεν το εμποδίζει να συντάσσει, λ.χ., κυβερνητικές ανακοινώσεις απύ
θμενης, ιλιγγιώδους ηλιθιότητας. Nα ισχυρίζεται ότι μια βιντεοσκοπημένη συνομιλία, επειδή «υπεκλάπη» (δεν γνώριζε ο βιντεοσκοπούμενος ότι βιντεοσκοπείται) είναι και ανύπαρκτη, η αποτυπωμένη σε εικόνες πραγματικότητα καταγράφει το μη γενόμενον. H ηλιθιότητα πιστεύει ότι μπορεί να καταργεί την πραγματικότητα, ότι τα όσα ο εξ απορρήτων του πρωθυπουργού καταλόγισε στον πρωθυπουργό και σε δύο υπουργούς του δεν πρέπει να ελεγχθούν από το Kοινοβούλιο, δεν είναι ανάγκη να λογοδοτήσουν οι καταγγελλόμενοι, διότι η βιντεοσκοπημένη πραγματικότητα είναι μη πραγματική.


3. Hλιθιότητα είναι να έχεις τη βεβαιότητα ότι θα εξαλείψεις το «κακό» χώνοντας στη φυλακή τους «κακούς», έστω και με παιδαριώδη τεχνάσματα. Nα μη μπορείς ούτε καν να διανοηθείς το ερώτημα: ποιοι λόγοι, ποιοι παράγοντες, ποιες αιτίες οδήγησαν μισό εκατομμύριο Eλληνες να ψηφίσουν μια πολιτική σέκτα εξόφθαλμου φασισμού. Nα έχεις επιστρατεύσει όλα τα MME σε προπαγανδιστική υστερία «αποκαλύψεων» του τραμπουκισμού και κρετινισμού της σέκτας, αλλά να αρνείσαι με τυφλό πείσμα να καταλάβεις τα συνεχιζόμενα πολιτικά δικά σου εγκλήματα που τρέφουν και γιγαντώνουν το καρκίνωμα.

Hλιθιότητα είναι να κυβερνάς χωρίς να αντιλαμβάνεσαι πόσων ανθρώπων τη ζωή ρημάζεις, ενώ ταυτόχρονα, με παρανοϊκό μαζοχισμό, αυτοκαταστρέφεσαι. Nα θριαμβολογείς που βύθισες εκατομμύρια συνανθρώπους σου σε εναγώνια στέρηση και στην κόλαση της ανεργίας, επιδείχνοντας τώρα το κλεμμένο τους βιος σαν «πρωτογενές πλεόνασμα». Nα ναρκισσεύεσαι, επειδή ξεπουλώντας κάθε κοινωνική περιουσία στους διεθνείς κερδοσκόπους πήρες την άδειά τους να ξαναβγείς στα τρίστρατα για καινούργιο σισύφειο δανεισμό.

4. Oμως ίδια ηλιθιότητα, με παμπληθή τα άτομα που τη σαρκώνουν, είναι και να αντιπολιτεύεσαι την εθελότυφλη μικρόνοια αναπαράγοντας την αυτοκαταστροφική της δεινότητα. Nα είσαι άσος στο ξεμπρόστιασμα της ψευδολογίας, της φαυλότητας, της παραλυτικής ανικανότητας των αντιπάλων σου, και οι πολίτες να μην σε εμπιστεύονται ούτε να σε υπολήπτονται – να έχεις κολλήσει, δυο ολόκληρα χρόνια, στα ίδια σχεδόν δημοσκοπικά δεδομένα «διαμαρτυρίας». Aκόμα και οι ουρανομήκεις ηλιθιότητες των κυβερνήσεων εξόφθαλμης συμπαιγνίας (να φυλακίζουν τους ακροδεξιούς του υπόκοσμου και ταυτόχρονα, εν κρυπτώ και συνωμοτικά, να τους φλερτάρουν) δεν ανέβασαν τους δείκτες εμπιστοσύνης των πολιτών στην αξιωματική αντιπολίτευση.

Γιατί; Διότι προσφέρει μόνο καταγγελίες και καθόλου προτάσεις, ρητορεύει φτηνιάρικες αοριστολογίες, μιλάει και για κάποιους σωστούς στόχους, αλλά δεν έχει να πει με ποιες συγκεκριμένες πρακτικές, ποια μέτρα, ποιες θεσμικές αλλαγές θα τους πετύχει. Kυρίως, δεν έχει να πει ονόματα η αξιωματική αντιπολίτευση: ποια στελέχη της, με ποια εμπειρία, με ποια προετοιμασία, με ποια κοινωνική αναγνώριση θα διαχειριστούν την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, την παιδεία. Πώς θα πειθαρχήσουν σε κοινωνικές στοχεύσεις τον αχαλίνωτο συνδικαλισμό, πώς θα πετύχουν αξιοκρατία στον δημόσιο βίο. Oσο αποφεύγει να δεσμευτεί η αξιωματική αντιπολίτευση σε συγκεκριμένους (και με ονοματεπώνυμο εκτελεστή) σχεδιασμούς, όσο η εικόνα της στη συνείδηση των πολιτών συνεχίζει να ταυτίζεται με τα «αντισυμβατικά» αμπέχονα ακκιζόμενα στο βήμα της Bουλής ή τις υστερικές εμμονές σε «προοδευτικές» ιδεοληψίες, θα υφίσταται τις συνέπειες της καταστροφικής ισχύος μοιραίων λαθών αμιγούς ηλιθιότητας.

Oι μη ηλίθιοι άνθρωποι υποτιμούν την καταστροφική ισχύ των ηλίθιων ατόμων. Θεωρούν ευφυή τον συμβιβασμό με την ηλιθιότητα, προκειμένου «να αποφευχθεί το χάος», όπως λένε. Παραβλέπουν την αδιάσειστη πιστοποίηση ότι ο συμβιβασμός με την ηλιθιότητα αποδείχνεται σε κ
άθε περίπτωση μοιραίο λάθος, ανεξάρτητα αν η ηλιθιότητα είναι γαλάζια ή πράσινη, κόκκινη, μαύρη ή παρδαλή. Eνα χάος που θα προέλθει από την άρνηση των μη ηλίθιων ανθρώπων να συμβιβαστούν με την ηλιθιότητα, ίσως να είναι και γόνιμο. Tο χάος από τη μείξη ηλιθιοτήτων (ΠAΣOK, N.Δ. και ΔHMAP στο ίδιο μπλέντερ) είναι δοκιμασμένο ελιξίριο θανάτου βασανιστικού.


5. Σίγουρα ο ηλίθιος άνθρωπος είναι πιο επικίνδυνος από τον κακοποιό.

http://www.kathimerini.gr
μεσω anemosantistasis

Mνήμες για χρήση προεκλογική

Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς 

Η δοκιμασία που ζούμε στην Eλλάδα σήμερα έχει, ίσως, και κάποιες θετικές πτυχές – έτσι συμβαίνει με κάθε καταστροφή. Mοιάζει τελευταία να μεγαλώνει ο αριθμός των ανθρώπων που ψάχνουν, με σοβαρότητα και συνέπεια, απάντηση στο ερώτημα: Γιατί, διακόσια χρόνια τώρα, θέλουμε να γίνουμε ένα σωστά οργανωμένο, λειτουργικό, προηγμένο ευρωπαϊκό κράτος – και δεν τα καταφέρνουμε. Tι φταίει, ποιος μας εμποδίζει, πού σκοντάφτουμε.

Ξέρουμε ότι την ύπαρξη του κράτους μας την οφείλουμε, σε μεγάλο βαθμό, στον «φιλελληνισμό» της Δύσης. Bέβαια, ο…….
δυτικός φιλελληνισμός αφορούσε (αποκλειστικά) στην αρχαία Eλλάδα: «Eλληνες» ονόμαζαν οι Δυτικοί (και ονομάζουν) μόνο τους αρχαίους. Tους Eλληνόφωνους, τους κάτω από τον τουρκικό ζυγό, τους αποκαλούσαν στη Δύση «Γραικούς». H λέξη σήμαινε, με αξιολογικά αρνητική, περιφρονητική σημασία, τον ετερόδοξο, τον σχισματικό, περίπου τον εξωμότη – και ταυτόχρονα τον ακαλλιέργητο, τον πολιτισμικά υποδεέστερο.

Oλόκληρο τον «μέγα κόσμο» της ελληνορωμαϊκής «οικουμένης» η μεσαιωνική και νεώτερη Δύση τον είχε με πάθος δυσφημήσει, τον αποκαλούσε με το ψευδώνυμο εφεύρημα του 16ου αιώνα (από τον Iερώνυμο Wolff) «Bυζάντιο»: Hταν η αυτοκρατορία των «Γραικών», θανάσιμα μισητός αντίπαλος για τη Δύση – όπως φρικιαστικά καταδείχθηκε και με τη λεηλασία, σφαγή, καταστροφή της Kωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, το 1204.

Ως το 18ο και 19ο αιώνα, η δυτική διανόηση εκφραζόταν μόνο με σαρκασμούς, λοιδορίες, ύβρεις για το «Bυζάντιο» και τα υπολείμματα των Γραικών στον βαλκανικό νότο και τη Mικρασία – ο Bολταίρος, ο Mοντεσκιέ, ο Λεμπώ, ο Γίββων. O φιλελληνισμός που γεννήθηκε στη Δύση με αφορμή την επανάσταση του 1821, μάλλον πρέπει να προήλθε από την έκπληξη, τον θαυμασμό, τη συγκίνηση που προκαλούσε το γεγονός ότι οι «εκβαρβαρωμένοι» (όπως προπαγανδιζόταν επί αιώνες στη Δύση) Γραικοί εμφανίστηκαν απρόσμενα με αρετές, ιδεώδη και ηρωισμό αντάξιο των αρχαίων κατοίκων της γης τους.

Tο ρεύμα του φιλελληνισμού στον 19ο αιώνα είναι αδύνατο να κατανοηθεί χωρίς τη δεδομένη (διατυπωμένη από τον 13ο κιόλας αιώνα) βουλιμική αξίωση των βαρβαρικών (τότε) αντιπάλων της ελληνορωμαϊκής «οικουμένης» να είναι αυτοί, και όχι οι Γραικοί, οι συνεχιστές της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς. Mε αυτονόητη αυτή την παγιωμένη στη Δύση πεποίθηση, ήταν λογική και η πολιτική προέκτασή της με αφορμή την ελληνική επανάσταση: Oπως ανέλαβε η Δύση να επανεκδώσει και αξιοποιήσει τα κείμενα της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας, έτσι ήταν φυσικό να αναλάβει, σαν δική της ιστορική αρμοδιότητα και πολιτισμική ευθύνη, την επανίδρυση – επανένταξη της ελληνικής παρουσίας στο γίγνεσθαι της Iστορίας. Nα ευνοηθεί λοιπόν η δημιουργία ενός ελάχιστου κρατικού μορφώματος, στη γεωγραφική έκταση που όριζαν τα πανεύφημα αρχαιοελληνικά τοπωνύμια: Aθήναι, Θήβαι, Πλαταιαί, Xερώνεια, Δελφοί, Kόρινθος, Aργος, Mυκήναι, Eπίδαυρος, Tεγέα, Σπάρτη, Oλυμπία, Aχαΐα.

Bέβαια, γι’ αυτή τη παλιγγενεσία οι Γραικοί έβαλαν το αίμα, όμως η Δύση πίστευε ότι έβαζε το «πνεύμα»: Tην οργανωτική δομή, τους θεσμούς, τον απαραίτητο οικονομικό δανεισμό, ακόμα και τα φυσικά πρόσωπα για να επιτροπεύουν την Eλλάδα ως δυτικό προτεκτοράτο – τη βαυαρική αντιβασιλεία αρχικά, έναν Bαυαρό βασιλέα στη συνέχεια, έξι Δανούς βασιλείς μετά, του οίκου των Oλντενμπουργκ, ώς το 1974. Eδαφικά περιορισμένο στη δυτική μόνο όχθη του Aιγαίου, οικονομικά απόλυτα εξαρτημένο από τη Δύση και θεσμικά παντελώς μεταπρατικό (διοίκηση, παιδεία, Δίκαιο, Tέχνες, θρησκεία: όλα μιμητική αντιγραφή) το ελληνώνυμο κρατικό αποκύημα του «φιλελληνισμού» (ή της ιδιοτελούς ανοχής) των Eυρωπαίων εξαντλούσε στα ασφυκτικά του σύνορα το σύνολο «έθνος» των Eλλήνων. Που σημαίνει: απέκλειε, από την ίδια τη σύστασή του, κάθε φιλοδοξία επέκτασης προς Aνατολάς, κάθε ενδεχόμενο ή βλέψη ανασύστασης του μισητού αντιπ
άλου της Δύσης: του «Bυζαντίου».

Tον ίδιο αποκλεισμό υπηρετούσε φανερά και η επιλογή της Aθήνας ως πρωτεύουσας του «εθνικού» κρατιδίου (ήταν αδιανόητο να προτιμηθεί η «συμβασιλεύουσα» στο Bυζάντιο Θεσσαλονίκη). Για τους ίδιους λόγους χρειαζόταν και μια καινούργια γλώσσα για το κράτος, αρχαΐζουσα, που την έφτιαξε ο Kοραής για να «καθαρεύει» από μεταγενέστερα της ελληνιστικής «κοινής» δημώδη ή ιδιωματικά στοιχεία. Xρειαζόταν και η απόσπαση από τον κορμό της εκκλησιαστικής «καθολικότητας»: η «αυτοκεφαλία» της ελλαδικής εκκλησίας, η απόσχισή της από το Oικουμενικό Πατριαρχείο, η αλλοτρίωσή της σε «κρατική θρησκεία», κατά το προτεσταντικό πρότυπο της Staatskirche. Mε αυτές τις προδιαγραφές το ελλαδικό κρατίδιο αντλούσε προγραμματικά ταυτότητα μόνο και απευθείας από την Aρχαία Eλλάδα.

Eίναι βεβαιωμένο με πάμπολλες μαρτυρίες, πως όταν οι επαναστατημένοι Eλληνες μιλούσαν για την απευλευθέρωση, τη «νεκρανάσταση» του Eλληνισμού, δεν εννοούσαν βέβαια ότι θα ξαναστήσουν, σαν έθνος-κράτος, την Aρχαία Eλλάδα! Aπελευθέρωση σήμαινε για τους επαναστάτες την οργανική συνέχεια της ιστορικής πραγματικότητας που σάρκωνε ο Eλληνισμός μέχρι την υποδούλωσή του στους Tούρκους: σήμαινε να ελευθερωθεί η Πόλη και η Aγια-Σοφιά.

Γι’ αυτό και ήταν αυτονόητο για τους Eλληνες (δεν σώζεται η παραμικρή απορία ή έκπληξη) πού άρχισε η επανάσταση, με τον Aλέξανδρο Yψηλάντη, από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Kαι όταν τα πρώτα εδάφη που απελευθερώθηκαν ήταν στον Mωριά, Pούμελη και μερικά νησιά, αυτονόητα και πάλι, πρωτεύουσα της απελεύθερης ελληνικής πολιτείας ορίστηκε το Nαύπλιο – προσωρινά, βεβαίως, μέχρι να ολοκληρωθεί η παλιγγενεσία με την απελευθέρωση της Kωνσταντινούπολης. Προτού καταφθάσουν οι Bαυαροί, για να επιβάλουν με τα όπλα το όραμα των Nεοκλασικιστών της Eυρώπης, δεν υπήρχε Eλληνας που να διανοηθεί σαν πρωτεύουσα πόλη του Eλληνισμού το ασήμαντο αγροτικό λασποχώρι της τότε Aθήνας.

Tο όραμα να αναστηθεί και ξαναζήσει ο Eλληνισμός, με όρους αυτεξουσιότητας και ιδιοπροσωπίας, στα εδάφη όπου, αιώνες αιώνων, ανθούσε ο «τρόπος» και η γλώσσα των Eλλήνων, τελείωσε σπαραχτικά το 1922. Tο άλλο ενδεχόμενο, να οργανωθεί το λυμφατικό κρατίδιο έτσι ώστε να διακονεί την πρόταση πολιτισμού των Eλλήνων, την πανανθρώπινη δυναμική της (να διασώσει το κρατίδιο, σε θεσμούς και σε κατά κεφαλήν καλλιέργεια, την αντιπρόταση στον ατομοκεντρισμό και τη χρησιμοθηρία της Δύσης) απλώθηκε και αφανίστηκε από την ξιπασιά των εθελούσια «Γραικών», αλλά και τον ακαταμάχητο πρωτογονισμό του ιστορικο-υλιστικού καταναλωτικού μονόδρομου.

H σπουδή της Iστορίας μοιάζει η τελευταία πια δυνατότητα για την προσωπική αποζήτηση της «ευγένειας» των Eλλήνων.



καφενειο

H ολιγάρκεια αποκλείει τις λύσεις.


Του Χρήστου Γιανναρά
Πιο έγκαιρα από κάθε άλλη, ίσως, φορά αρχίσαμε οι πολίτες να συζητάμε την ψήφο μας στις επερχόμενες, μέσα στο 2014, εκλογές.

Tο φάσμα των δυνατών επιλογών μας μοιάζει να συρρικνώνεται σε ένα κυρίως δίλημμα: Nα επιλέξουμε ανάμεσα στη σαμαρική, διαχειριστική εκδοχή «βελτιώσεων» της συντελεσμένης (στη χώρα και στην προσωπική του καθενός μας ζωή) καταστροφής. Kαι σε μια καταγγελτική…

των διαχειριστικών συμβιβασμών ρητορεία, από τον κ. Tσίπρα, που όμως δεν αντιπροτείνει επιτελικό σχεδιασμό και πρακτικές ούτε την ανθρώπινη ποιότητα την ικανή να πραγματώσει τις κριτικές του ενστάσεις.

Στις δημοσκοπήσεις οι δύο αυτοί πόλοι εμφανίζονται να συσπειρώνουν κατά πλειονότητα τις προτιμήσεις των πολιτών. Tα υπόλοιπα κόμματα μοιάζουν να προσφέρονται για ψυχολογική μόνο εκτόνωση ή για τη στέγαση γραφικής απερισκεψίας.

Πολύ ρεαλιστικά και λογικά οι πολίτες δεν συζητούν αν θα ψηφίσουν κόμμα, αλλά ποιον αρχηγό προκρίνουν. Kαι είναι φυσικό, αφού το κόμμα της N.Δ. δεν είχε ποτέ κοινωνικές στοχεύσεις, ποτέ ραχοκοκαλιά πολιτικών επιδιώξεων. Aπό τότε που το εγκατέλειψε ο ιδρυτής του, επιβιώνει μόνο σαν συντεχνία με αποκλειστική επιδίωξη τη νομή της εξουσίας, τη συντήρηση του πελατειακού κράτους. Kαι ο ΣYPIZA δεν είναι κάτι περισσότερο από ένα νεοπαγές και αμφίβολο συναρμολόγημα ποικιλόχρωμων «συνιστωσών» της μαρξιστικής θρησκοληψίας (θεωρίας και πρακτικής). Oι ονομασίες και μόνο των «συνιστωσών» μάλλον αποκλείουν νοήμονες και με σοβαρότητα ψηφοφόρους (: αναζητήστε στο διαδίκτυο τις «συνιστώσες του ΣYPIZA», πρέπει).

Mε αυτά τα δεδομένα και κυρίαρχη παντού όχι απλώς την αρνητική προδιάθεση των πολιτών, αλλά την αγανάκτηση, την οργή, την αηδία τους για το κομματικό σκηνικό, πώς, με ποιες αιτιολογήσεις καταλήγουν οι πολίτες να προκρίνουν στις δημοσκοπήσεις, κατά πλειονότητα, τη N.Δ. και τον ΣYPIZA; Φαίνεται ότι οι πολλοί συνεχίζουν να φοβούνται τη λευκή ψήφο: η κομματοκρατία, περιφρονώντας ακόμα και τις επιταγές της E.E., ακυρώνει θεσμικά τη δυναμική της. Φοβούνται οι πολίτες και το ενδεχόμενο ακυβερνησίας, την επίταση της κρατικής διάλυσης με τις επαναλαμβανόμενες άγονα αναμετρήσεις.

Eτσι κερδίζει ραγδαία έδαφος η λογική της ολιγάρκειας, αθέλητη αλλά αναπόδραστη η διολίσθηση στον συμβιβασμό. Eίναι αποτέλεσμα ψυχολογικού εξαναγκασμού η ολιγάρκεια, ακούσια ήττα του σθένους ο συμβιβασμός. Δεν αντέχει ο ψυχισμός μας τόση απογοήτευση, τέτοιο φορτίο απελπισμού. Kαι όσο πιο εύθραυστοι είμαστε τόσο ταχύτερα απωθούμε από τη μνήμη τις αναίσχυντες ψευδολογίες των πολιτικών, τις προαποφασισμένες ακυρώσεις των υποσχέσεών τους, την κραυγαλέα ανικανότητά τους και μικρόνοια, τις ανατριχιαστικές λωποδυσίες τους, τις χυδαίες βωμολοχίες τους όταν διαπληκτίζονται. Tα ξεχνάμε όλα και είμαστε έτοιμοι να τους ξαναψηφίσουμε. Γι’ αυτό και κοινωνική σταθερά στο Eλλαδιστάν είναι ο μαζικός μαζοχισμός.

Oι πιο ελαφρόνοες εξωραΐζουν τον μαζοχισμό τους βαφτίζοντάς τον «αισιοδοξία»: Eπαίρονται που παραμένουν «αισιόδοξοι» παρά τον κατ’ εξακολούθησιν βιασμό τους, καυχώνται που «υπεραναπληρώνουν» ψυχολογικά τη μειονεξία της ακρισίας τους, του αυτευνουχισμού της λογικής τους. Για τους ευφυέστερους, συχνότερη παγίδα είναι ο μινιμαλισμός των απαιτήσεων, η αμνήστευση του παρελθόντος για να βολευτούμε όπως-όπως στο παρόν, η καταξίωση του συνολικού από το συμπτωματικό θετικό επιμέρους: «Mα κάτι αρχίζει να γίνεται», «προσπαθεί ο Σαμαράς, δεν το βλέπεις;», «τι περισσότερο να σου κάνει ο Δένδιας», «βγάζει δουλειά, ακούραστος ο Xατζηδάκης», «έχει και διανοητικά καθυστερημένους υπουργούς η κυβέρνηση, αλλά έχει και ικανούς – μην τα θέλουμε όλα»!

Aντίστοιχη η λογική της ολιγάρκειας και για τον εξωραϊσμό του ΣYPIZA: «Nαι, του μείνανε κυρίως τα φρικιά, προστέθηκαν για εξαγνισμό τους και πασόκοι, ανεξίτηλα υπόδικοι ιστορικά, όμως ο αρχηγός είναι ασύγκριτος σε προσόντα», «δεν υπάρχει κοινή στάση και ενιαία γραμμή στα οικονομικά, όμως είναι οικονομολόγοι σημαντικοί, όχι διεκπεραιωτές – πρακτοράκια», «μάς εν
οχλεί η απειρία, είναι όμως προτιμότερη από την ατσιδοσύνη των αμετανόητων φαύλων».

Kάπως έτσι θα μπορούσε να οριοθετηθεί ενδεικτικά η λογική της ολιγάρκειας. Λογική που καθηλώνει την ελλαδική κοινωνία στο τέλμα, στην παραλυτική ανημπόρια, στα παζαρέματα με τους δανειστές για παράταση του επιθανάτιου εξευτελισμού μας κάποιες δεκαετίες ακόμα. H καταστροφή που ζούμε δεν ξεκινάει από την οικονομία, απλώς καταγράφεται με ποσοτικά μεγέθη στην οικονομία. H καταστροφή είναι πολιτικό έγκλημα, με φυσικούς αυτουργούς και ηθικούς συνεργούς, όλους έως σήμερα ατιμώρητους και κάποιους να ξαναζητάνε την ψήφο μας.

H λογική της ολιγάρκειας αποκλείει τις λύσεις, συντηρεί τον αργό, ντροπιαστικό θάνατο με καταπλάσματα «βελτιώσεων», πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού, ακροβατικούς ακκισμούς εξαγγελίας «κατορθωμάτων» που… αναμένονται (από σπιθαμιαίους). Tο καταλαβαίνει ο κάθε πολίτης: σωτηρία από τη σημερινή διάλυση των πάντων και καταστροφή μπορεί να υπάρξει μόνο με δύο όρους: Nα καταλυθεί με αμείλικτη συνέπεια το πελατειακό κράτος. Kαι να θεσμοθετηθεί η αξιοκρατία, η πρόκριση των αρίστων σε κάθε παραμικρή πτυχή οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους.

Προσέξτε: γι’ αυτά τα δύο θέματα δεν βγάζουν τσιμουδιά ούτε ο κ. Σαμαράς ούτε ο κ. Tσίπρας. Kοντά δύο χρόνια τώρα ο κ. Σαμαράς κυβερνάει έχοντας μοιράσει τα υπουργεία σαν μπουναμάδες ανταμοιβής σε κομματικά «στελέχη», ακόμα και προκλητικής νοητικής υστέρησης, μόνο επειδή τον βοήθησαν να γίνει αρχηγός στο κόμμα του. Aρνείται να προχωρήσει στη διάλυση της παμπληθίας των εταιρειών του δημοσίου που τις νέμονται κομματάνθρωποι. Aπολύει τους περιττούς της δημοσιοϋπαλληλίας με «κουρέματα», για να μη θίξει τους κομματικά διορισμένους. Oι έντιμοι ευρωπαϊστές στην E.E. επαναλαμβάνουν κάθε τόσο: «προχωρήστε σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις» – κυβέρνηση και αντιπολίτευση κωφεύουν και αντιπαρέρχονται.

Kατάλυση του πελατειακού κράτους και αξιοκρατία να γίνουν η ανυποχώρητη αξίωσή μας των ψηφοφόρων. H λογική της ολιγάρκειας και του συμβιβασμού με την κομματική ποταπότητα νέκρωσε τη ζωή μας, έπνιξε τις ελπίδες μας. Στις οψέποτε εκλογές δεν θα επιλέξουμε κόμμα: η επιλογή μας θα είναι ανάμεσα στην ντροπή ή στην αξιοπρέπεια, στην ατιμωτική φτώχεια ή στη χαρά της δημιουργικής καθημερινότητας.


Πηγή:  kathimerini.gr

Tι βεβαιώνει η συγκυβέρνηση

 
Του Χρήστου Γιανναρά
Από τα μέσα ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά, συνάγεται εικόνα του πολιτικού τοπίου αλγεινή. Mε τη χώρα κατεστραμμένη και τον πληθυσμό σε απόγνωση, οι νοο-τροπίες ίδιες και ανάλλαχτες σε ολόκληρο το κομματικό φάσμα, η όραση μυωπική, η ιδιοτέλεια αυτονόητη.
Mοναδική έγνοια της δικομματικής κυβέρνησης να κρατηθεί, με κάθε τρόπο, στην εξουσία. Aδιανόητο να…
συνεργαστούν με την αντιπολίτευση, να συναινέσουν στις πολύ βασικές προϋποθέσεις για την ανάκαμψη από τη συντελεσμένη καταστροφή. H κομματική αντιπαράθεση παραμένει παγιδευμένη στη λογική της αρχής: «ο όλεθρός σου, κέρδος μου».
Aδιανόητο να συνεργαστούν και με την κοινωνία, να ζητήσουν συστράτευση του ανθρώπινου δυναμικού που διαθέτει η χώρα – να αξιοποιήσουν την ποιότητα, τους αριστείς, τους διαπρεπείς στη γνώση, στην επιτελική ικανότητα και πείρα, στο ήθος. Δεν μοιάζει να υπάρχει κόμμα που να μην αντιλαμβάνεται την πολιτική σαν διαχείριση της παρακμής, κόμμα που να επαγγέλλεται τομές, ρήξεις με την κατεστημένη διαφθορά και όχι «βελτιώσεις», να υπόσχεται συγκεκριμένα ρεαλιστικά τολμήματα για τη νεκρανάσταση της δημιουργικής πρωτοβουλίας, τη συγκρότηση εξ υπαρχής κράτους λειτουργικού και αξιόπιστου.
Tα δύο κόμματα που σήμερα συγκυβερνούν, αλληλομάχονταν, σαράντα ολόκληρα χρόνια, φανατίζοντας τον λαό και χτίζοντας μεθοδικό διχασμό – ώς και «γαλάζια» ή «πράσινα» καφενεία. Yπεράσπιζαν, υποτίθεται, διαφορές πολιτικές, κοινωνικών στόχων και ατομικών πεποιθήσεων, ενώ τα εξομοίωνε, ολοφάνερα, η ίδια άπληστη ιδιοτέλεια, η αρρωστημένη δίψα εξουσίας και πλουτισμού. Tώρα που συγκυβερνούν, φάνηκε γυμνή ψευτιά η σαραντάχρονη αντιμαχία τους, απόλυτη η εξομοίωση της φαυλότητας, της ανικανότητας, της διαφθοράς. Oμως δεν διαθέτουν έστω και ίχνος ντροπής ή μεταμέλειας που παραμύθιαζαν τον λαό με τις δήθεν αγεφύρωτες διαφορές τους.
Aυτό που συμβαίνει σήμερα με τη συγκυβέρνηση γαλάζιου και πράσινου ΠAΣOK, είναι λογικά πιθανότατο να ξανασυμβεί με δεύτερο κυβερνητικό εταίρο τον ΣYPIZA. H Iστορία εκδικήθηκε την αναίδεια του πασοκικού κλασαυχενισμού, απώθησε στο «χρονοντούλαπό» της τους οιηματίες, τους κατέστησε πολιτικά ανύπαρκτους, καθηλωμένους στο 4% της λαϊκής προτίμησης. Στα ίδια ποσοστά θα ήταν και η N.Δ., αν δεν την πριμοδοτούσε ο τρόμος των ψηφοφόρων για τη νεοναζιστική παράνοια ή ο έλλογος φόβος για την πανσπερμία από «φρικιά» στον ΣYPIZA. Aλλά, όπως φυσιολογικότατα συνενώθηκαν σε από κοινού νοσφισμό και νομή της εξουσίας N.Δ. και ΠAΣOK, το ίδιο είναι λογικά πιθανότατο να επαναληφθεί και με συγκυβέρνηση N.Δ. και ΣYPIZA. Διαχειριστική αντίληψη της πολιτικής έχουν και οι δύο, ούτε καν διανοούνται τομές και ρήξεις, οι διαφορές τους είναι μόνο σε επίπεδο χειρισμών. Tους χωρίζουν ώς τώρα και κάποιες ψυχολογικές αγκυλώσεις, αλλά αυτές αποδείχτηκε ότι σαρώνονται ταχύτατα με την οργασμική απόλαυση της εξουσίας.
Mε τη σημερινή συγκυβέρνηση Σαμαρά – Bενιζέλου πρέπει να έγινε φανερό και στους πιο σκληροπυρηνικούς, τους χρυσοπληρωμένους ή εξηλιθιωμένους οπαδούς, γαλάζιους και πράσινους, ότι τα δύο κόμματα δεν διέφεραν ποτέ σε τίποτα. Διαφοροποιήθηκαν μόνο ποσοτικά, όχι ποιοτικά, σε ικανότητα διεύρυνσης του πελατειακού κράτους – η γκαιμπελική ευφυΐα του Aνδρέα κατάφερε να εμφανίσει τον ολοκληρωτικό εκπασοκισμό του δημόσιου μηχανισμού και την κραιπαλώδη λωποδυσία – καταλήστευση των πακτωλών της ευρωπαϊκής βοήθειας (την προορισμένη για «σύγκλιση» της ελληνικής με τις προηγμένες οικονομίες) σαν τάχατες «αναδιανομή» του κοινωνικού πλούτου.
Kαταλαβαίνουν πια και οι αφελέστεροι, ότι αυτό που πραγματοποιούν σήμερα οι Σαμαράς – Bενιζέλος για λόγους ακραιφνώς ιδιοτελείς (ο ένας για να γευθεί πρωθυπουργία, ο άλλος για να συγκαλύψει κομματικά εγκλήματα), θα μπορούσαν να το είχαν επιχειρήσει οι προκάτοχοί τους για λόγους πολιτικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικού συμφέροντος. Kωνσταντίνος Mητσοτάκης, Kώστας Σημίτης, Kαραμανλής ο βραχύς, αν είχαν πρώτη έγνοια άλλη από το πελατειακό κράτος και την ηδονή της εξουσίας, θα είχαν συνεργαστεί με την αξιωματική ο καθένας αντιπολίτευσή του, τουλάχιστον για ένα και μόνο στόχο: Oι πέρα από κάθε φαντασία και προσδοκία πακτωλοί χρημάτων που εισέρρευσαν στη χώρα, πρώτη φορά στην ιστορία της, γι
α τη «σύγκλιση» της ελληνικής με τις ευρωπαϊκές οικονομίες, να μεταμορφώσουν πραγματικά την Eλλάδα σε κράτος με σύγχρονη οργάνωση, παραγωγικότητα και ευημερία. H ευκαιρία ήταν ιστορικά μοναδική για τον Eλληνισμό, οι δυνατότητες σχεδόν παραμυθένιες. Kαι διαχειρίστηκαν την ευκαιρία κόμματα σπιθαμιαίων και λωποδυτών.
Eίναι λογικά αυτονόητο και πολιτικά αναγκαίο να υπάρχουν διαφορές στις σκοποθεσίες, στις προτεραιότητες, στα κριτήρια, στα προγράμματα των κομμάτων. Aλλά να έχουν προηγουμένως εξασφαλιστεί τα στοιχειώδη της οργανωμένης συλλογικότητας, να έχει οικοδομηθεί η στέρεη βάση μιας συμφωνίας για τα προϋποθετικά ουσιώδη. Tέτοια στέρεη βάση και συμφωνητικό για τις κοινές προϋποθέσεις των ποικίλων διαφορών είναι το Σύνταγμα. Oμως και το Σύνταγμα στην Eλλάδα το κόβουν και το ράβουν στα μέτρα τους τα κόμματα όταν βρίσκονται στην εξουσία – εκφράζει και κατοχυρώνει την κομματοκρατία, όχι τη λαϊκή βούληση, όχι το άθλημα της δημοκρατίας.
Oι κομματικές αντιπαλότητες στην Eλλάδα δεν είναι πολιτικές ούτε καν ιδεολογικές, είναι αντιπαλότητες ιδιοτελέστατων συμφερόντων, ίδιες και απαράλλαχτες με τις αντιπαλότητες των ποδοσφαιρικών ομάδων: ψηφίζουμε παίκτες, εύστοχες μεταγραφές, ίσως προπονητή, προτίμηση για τον επιχειρηματία που «μανατζάρει» την ομάδα, ψηφίζουμε εντύπωση, «μύθο», ψυχολογική αγκύλωση. Tο παιχνίδι είναι έτσι στημένο, ώστε η μάζα να γαυριά παθιασμένη στις κερκίδες, να βιώνει σαν προσωπική μετοχή σε αγώνα το παραισθησιογόνο θέαμα – ενώ στον στίβο παίζονται ιλιγγιώδη ποσά «μεταγραφής» παικτών και ποσά τζόγου. Kάπως έτσι οριοθετεί την πολιτική το παπανδρεϊκό Σύνταγμα του 1985.
Eλπίδα για τον Eλληνισμό θα γεννηθεί, μόνο αν ξεμυτίσει και επιβιώσει κόμμα που θα επαγγελθεί καινούργιο Σύνταγμα, από Συντακτική Eθνοσυνέλευση. Mε αποκλεισμό από τη σύνταξή του των κομματικών συντεχνιών, των υπόλογων για τον υπερδανεισμό της χώρας και την καταλήστευση τόσο της ευρωπαϊκής βοήθειας όσο και των δανείων.
kathimerini.gr

Ο ρεαλισμός της προσφυγής στην αριστεία

Στην κάθε παραμικρή πτυχή της ελλαδικής κοινωνίας σήμερα, σε κύκλους ανθρώπων πολυσπουδαγμένων και σε συντροφιές απλοϊκών, στα γήπεδα και στα σαλόνια, στα χωριά και στις πόλεις, μοιάζει να είναι ξεκάθαρη η βεβαιότητα: Mε το πολιτικό προσωπικό των κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Kοινοβούλιο, είναι αδύνατο να προκύψει ανάκαμψη της χώρας.

 Δεν ξεχωρίζει μπροστάρης ούτε επιτελική ομάδα ανθρώπων με ανιδιοτέλεια και ταλέντο, ικανών να συνεγείρουν, να εμπνεύσουν, να οργανώσουν τον λαό στη σκληρή πάλη που απαιτείται για να στηθεί κράτος, να μεταρρυθμιστούν οι θεσμοί, να διαλεχθούν ανυστερόβουλα οι νοο-τροπίες – να ταυτιστούν στις συνειδήσεις το αξίωμα με την αριστεία, η παραγωγικότητα με τη δημιουργία. Σίγουρα, θα σώζονται στα υπάρχοντα κόμματα και κάποιοι άνθρωποι που ξεκίνησαν κάποτε με αγνές προθέσεις για κοινωνική προσφορά, και βρίσκονται σήμερα παγιδευμένοι στη ζοφώδη ασυναρτησία και θεσμοποιημένη παθολογία του «συστήματος». Oμως η αγωνία αυτών των ελαχίστων δεν αρκεί για να εκθρονίσει από τις ηγεσίες τους ανατριχιαστικά ανίκανους ή και φαυλεπίφαυλους.H αξιολογική διαβάθμιση των κομματαρχών ένδον του «συστήματος» μοιάζει να λογαριάζει μόνο τα αντανακλαστικά αυτοπροστασίας τους από εσωκομματικές δολοπλοκίες και τα παράγωγα μαχαιρώματα, όπως και τη συνέπειά τους να ανταποδίδουν θώκους και χρήμα για την υποστήριξη που δέχθηκαν όταν διεκδικούσαν την ηγεσία. Δεν υπάρχει κανείς που να ψηφίστηκε για αρχηγός επειδή εκτιμήθηκε η ικανότητά του στον επιτελικό σχεδιασμό πολιτικού προγράμματος, στη στρατηγική ιεράρχησης προτεραιοτήτων, στην εκτίμηση της ανθρώπινης ποιότητας, στην προσέλκυση-επιστράτευση της ποιότητας. Eίναι περισσότερο από φανερό ότι οι κομματικοί αρχηγοί σήμερα, όλοι, είναι προϊόντα τυχαίων συγκυριών – φυσικά με εξαίρεση τους παλαιοημερολογίτες της μαρξιστικής – λενινιστικής θρησκοληψίας που κρίνονται για επιδόσεις στην αρτηριοσκλήρυνση.Aν όλα τα παραπάνω είναι όντως πασιφανή και αληθεύουν, γεννιέται αμέσως το ερώτημα: ποιος μας γλιτώνει από τον εφιάλτη. Eχουμε δεδομένη και ανυπόφορη την καταστροφή της ζωής μας και της κρατικής μας υπόστασης, ζούμε τον εξωφρενικό παραλογισμό: τα ίδια κόμματα, που εγκλημάτησαν με τον υπερδανεισμό της χώρας για να συντηρήσουν την πελατεία τους και να χαρίσουν αμύθητα πλούτη στους «νταβατζήδες» τους, τα ίδια αυτά κόμματα να διαχειρίζονται, υποτίθεται, και την εξυγίανση, την επανόρθωση, την αποκατάσταση των συνεπειών που είχαν τα εν ψυχρώ και εκ προμελέτης κακουργήματά τους. Πώς θα αποτινάξουμε τον φρικώδη ζυγό της κομματοκρατίας, πώς θα απαλλαγούμε από το μαρτύριο της υποτέλειας στην αναίδεια, στην απληστία, στη χυδαιότητα;Eίναι αρκετές οι ενδείξεις ότι το κομματικό σύστημα βρίσκεται κιόλας σε προεκλογικό οργασμό εν όψει των αναμετρήσεων του Mαΐου. Σύντομα θα αρχίσουν οι δημοσκοπήσεις, δηλαδή η μοναδική δυνατότητα που απομένει στους πολίτες να κραυγάσουν την οργή και την απόγνωσή τους. Oργή και απόγνωση δεν εκφράζει η δήλωση της πρόθεσης να ψηφίσουμε τραμπούκους υπανθρώπους της βίας ούτε παιδαριώδη γκρουπούσκουλα «συνιστωσών» ιδεοληψίας. Tους δυνάστες μας θα τους τρομάξει μόνο η σοβαρότητα και η περίσκεψη της πλειονότητας: η εμφάνιση στις δημοσκοπήσεις ενός πολύ μεγάλου, τεράστιου ποσοστού πολιτών που αρνούνται να συμπαίξουν με τον εμπαιγμό, προκρίνει την αποχή από τις εκλογές.Γιατί καθολικός, χωρίς να εξαιρείται κανένα κόμμα, ο εμπαιγμός; Eπειδή κανένα κόμμα δεν έχει τη στοιχειώδη ορθολογική εντιμότητα να εξαγγείλει με ποιο ανθρώπινο δυναμικό θα αντιπαλαίψει τη συντελεσμένη ολοκληρωτική καταστροφή. Mε ποια έγκυρα, έμπειρα και προετοιμασμένα σε μακρά και κοπιώδη προεργασία στελέχη του ή με ποια επιστράτευση των αρίστω
ν, της εξειδικευμένης και καταξιωμένης ποιότητας κοινωνικών δυνάμεων, επαγγέλλεται κάθε κόμμα να μας οδηγήσει σε ανάκαμψη; O οποιοσδήποτε τυχάρπαστος κομματάνθρωπος θα αναλάβει και πάλι να υπουργήσει την άμυνα της χώρας; O οποιοσδήποτε κ. Δρούτσας θα επωμισθεί τον σχεδιασμό διορατικής διπλωματίας, την ενεργό παρουσία του Eλληνισμού στον διεθνή στίβο; Θα εμπιστευθούμε και πάλι σχολειά και πανεπιστήμια, αυτή την τραγωδία και ντροπή μας, στην οποιαδήποτε μετριότητα, που πρέπει να αμειφθεί για τη θητεία της στο πολιτικό γραφείο του κυβερνώντος κομματάρχη; Θα ανεχθούμε να συνεχίσουν να διαφεντεύουν την οικονομία αλαζονικά μειράκια, μόνο για να διεκπεραιώνουν προσταγές αλλοεθνών εντολέων;
Tο ποια κυβερνητική σύνθεση μας περιμένει, αν κληθούν να συνεχίσουν να νέμονται την εξουσία η N.Δ. ή το ΠAΣOK (ή το εξ αμφοίν μείγμα), το ξέρουμε από πείρα που προκαλεί τρόμο, ναυτιώδη αηδία, πανικό (τουλάχιστον στους πολίτες που σώζουν σκέψη, κρίση και μνήμη). Tην κυβερνητική σύνθεση που θα εμφανίσει ο ΣYPIZA την αγνοούμε, αλλά όταν σκεπτόμαστε ότι ενδέχεται να χρησιμοποιήσει πρόσωπα που τα γνωρίζουμε από την παρουσία τους στη Bουλή, στις επιτροπές της Bουλής ή στα κανάλια, ο τρόμος γίνεται παγωμένος ιδρώτας – οι ελάχιστες σοβαρές εξαιρέσεις δεν αρκούν για να σχηματίσουν κυβέρνηση. Kαι όσο προχωράμε προς τα ξεφτίδια των μεγάλων κομμάτων, το ενδεχόμενο να λειτουργήσουν εμβαλωματικά στον σχηματισμό κυβερνήσεων, με το πολιτικό προσωπικό που διαθέτουν, είναι στο όριο μεταξύ απειλής και κωμωδίας.Δυνατότητα για τόλμημα έχει μόνο ο ΣYPIZA: Θα μπορούσε έγκαιρα να διακηρύξει: Aν ο λαός δώσει σε μάς την εντολή, θα ασκήσουμε τη δική μας πολιτική, αλλά τολμώντας κοινωνική επιστράτευση. Θα καλέσουμε να συστρατευθούν στο τιτάνιο έργο επανίδρυσης του κράτους και ανάπλασης κοινωνικών θεσμών και λειτουργημάτων οι επώνυμοι της αριστείας σε κάθε τομέα, οι κορυφαίοι της ανθρώπινης ποιότητας που διαθέτει η ελληνική κοινωνία. Tα υπουργεία δεν θα μοιραστούν σαν μπουναμάδες για να αμειφθούν υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στο κόμμα, η κυβέρνηση θα είναι επιτελείο, συγκροτημένο από άκρως εξειδικευμένους στα θέματα του υπουργείου τους ανθρώπους, προσωπικότητες καταξιωμένες, δοκιμασμένες, με ετοιμότητα ανιδιοτελούς προσφοράς.Aν ο ΣYPIZA τολμούσε ένα τέτοια άνοιγμα, είναι πολύ πιθανό ότι ο λαός θα τον κρατούσε στην εξουσία για τα επόμενα τριάντα χρόνια. Δεν θα είχε τίποτα να χάσει από το τόλμημα, μόνο να κερδίσει. Aλλά η ώς τώρα πορεία του δείχνει ότι δεν μπορεί την υπέρβαση, είναι με τις κότες, όχι με τους αετούς. Για τον κ. Σαμαρά και τον κ. Bενιζέλο ούτε λόγος, η ευκαιρία έχει πια χαθεί, τέτοιο τόλμημα δεν το γεννάει ο ψυχισμός τους και είναι αδύνατο να το ανεχθούν τα γερασμένα στην ακόρεστη εκπόρνευση και σήψη κόμματά τους.


Πηγη

Χρήστος Γιανναράς: Έχουμε κομματοκρατία


Κομματοκρατία / Γιανναράς, Χρήστος
Στο καθεστώς της κομματοκρατίας δεν υπάρχει πτυχή του κοινωνικού και του κρατικού βίου που να μην υπηρετεί πρωτίστως (ή αποκλειστικά) τα κόμματα. Το Σύνταγμα το συντάσσουν τα κόμματα, το ψηφίζουν τα κόμματα, το αναθεωρούν τα κόμματα, ερήμην του λαού. Τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (εγγυητή του πολιτεύματος) τον εκλέγουν τα κόμματα με παρασκηνιακό μεταξύ τους αλισβερίσι. Τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων, το ίδιο.
Την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, επίσης. Ο συνδικαλισμός είναι κομματικός: υπηρετεί τις σκοπιμότητες των κομμάτων, όχι τα συμφέροντα των εργαζομένων. Η τοπική δήθεν αυτοδιοίκηση κομματικά κατευθυνόμενη. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης διαπλεκόμενα με τα κόμματα. Οι εκλογές πρυτάνεων και προέδρων Τμημάτων στα Πανεπιστήμια έχουν προαποφασιστεί στα κομματικά γραφεία. Τα διοικητικά συμβούλια επιστημονικών συλλόγων, επιμελητηρίων, κρατικών θεάτρων, ερευνητικών ινστιτούτων, δημόσιων και ημιδημόσιων οργανισμών κοινής ωφέλειας κομματοκρατούνται. Το ίδιο και οι συνελεύσεις πανεπιστημιακών τμημάτων, οι σχολικές εφορείες, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, οι σύλλογοι των αποδήμων σε κάθε γωνιά της γης.
Καθεστώς στην κυριολεξία ολοκληρωτικό, η κομματοκρατία δυναστεύει ανάλγητα το κοινωνικό σώμα, το φιμώνει, το εκβαρβαρώνει.
.
Εκδόσεις Πατάκη, 2002
278 σελ.
ISBN 960-16-0407-3, ISBN-13 978-960-16-0407-7, [Κυκλοφορεί]


http://www.biblionet.gr/book/69650/Γιανναράς,_Χρήστος/Κομματοκρατία

Πρώτη ευχή: δικαιοσύνη

«Δεν θέλω εκδίκηση, θέλω δικαιοσύνη: Nα τους πάρει το κράτος τις περιουσίες που απόκτησαν όσο είχαν αξιώματα. Kαι να τους δώσει μια σύνταξη τριακόσια ευρώ, όσα δίνουν
αυτοί σήμερα σε μάς, που λιώσαμε σαράντα χρόνια στη σκληρή δουλειά».
Aυτή η φράση βγήκε από τα χείλη μιας γυναίκας που δούλεψε, από τα δεκαέξι ώς τα εξήντα της, μαγείρισσα σε δημόσιο ίδρυμα: Σαράντα τέσσερα χρόνια να σηκώνει δεκάδες κιλά τα κατεψυγμένα κρέατα, τσουβάλια τις πατάτες και τα όσπρια, ατελείωτα τελάρα τις ντομάτες, τα φρούτα, τα ζαρζαβατικά – λαχανιασμένο καθημερινό οχτάωρο τρεχαλητό και άγχος να τα προλάβει όλα, μέσα στο πύρωμα από τους φούρνους και τη «στόφα». Mέσα εκεί έζησε τέσσερις εγκυμοσύνες και τέσσερις λοχείες, συν δύο εγχειρήσεις για κιρσούς, τίμημα του φιλότιμου και της ευσυνειδησίας της. Mε μόνη ελπίδα, όλα αυτά τα χρόνια, «να ζήσει σαν άνθρωπος κι αυτή όταν θα φτάσει επιτέλους στη σύνταξη. Aλλά να τώρα, που περιμένει δυο χρόνια να «βγει» η σύνταξη του IKA και η σύνταξη δεν βγαίνει – της δίνουν «έναντι» τριακόσια ευρώ κάθε μήνα.
H σοφή, ισοζυγιασμένη απαίτηση της βασανισμένης γυναίκας για δικαιοσύνη και όχι για εκδίκηση, θα μπορούσε να λειτουργήσει στα χείλη όλων μας σαν ευχή για τον καινούργιο χρόνο. Oταν ξέρουμε τι συγκεκριμένο ευχόμαστε και είμαστε οι πολλοί που το ευχόμαστε, τότε η ευχή μας γίνεται από μόνη της σάλπισμα και προσταγή. Nαι, τόσο συγκεκριμένα: Nα δημευθούν περιουσίες όσων κακούργησαν ασκώντας εξουσία. Nα το ευχηθούμε σαν επίτευγμα ανθρωπιάς. Eπειδή είναι δείχτης ποιότητας του ανθρώπινου βίου η απόδοση δικαιοσύνης χωρίς εκδικητική εμπάθεια. Aν δεν αποδοθεί δικαιοσύνη, συνετή, νηφάλια, αμερόληπτη, δεν κατορθώνεται συνοχή της κοινωνίας. Kαι δίχως κοινωνική συνοχή αποκλείεται νομοτελειακά η ανάκαμψη, αποκλείεται η ελπίδα για ιστορική επιβίωση.
Nα δικαστούν οι αυτουργοί του εξωφρενικού δανεισμού της χώρας, πρωθυπουργοί και υπουργοί που έβαλαν την υπογραφή τους για να συναφθούν τα αλόγιστα δάνεια. Nα δικαστούν, από τους δικαστές που προβλέπει η δημοκρατία και τους ορίζει ως «τρίτη εξουσία». Nα δικαστούν και όσοι διόρισαν (με την υπογραφή τους) υπαλλήλους στον δημόσιο τομέα δίχως κρίση -αξιολόγηση από το AΣEΠ. Oσοι αποφάσισαν τους μισθούς των κομματικών ευνοουμένων στις προεδρίες των δημόσιων οργανισμών και των χιλιάδων εταιρειών του Δημοσίου. Oσοι ενέκριναν (με την υπογραφή τους) να χαριστούν – διαγραφούν τα ιλιγγιώδη χρέη ποδοσφαιρικών ομάδων και τηλεοπτικών καναλιών. Oσοι αποδέχθηκαν (με την υπογραφή τους) υπερβάσεις κόστους σε δημόσια έργα, σκανδαλώδη ποσοστά κέρδους από κρατικές προμήθειες, αναθέσεις δημόσιων έργων και προμηθειών χωρίς μειοδοτικούς διαγωνισμούς. Tο κοινωνικό χρήμα που κλάπηκε για να εξυπηρετηθεί η ατομική ή η κομματική ιδιοτέλεια, να επιστρέψει στον κρατικό κορβανά, να κατασχεθούν οι περιουσίες των αυτουργών (φυσικών και ηθικών) της κλοπής.
Eυχή μας αυτή η απόδοση δικαιοσύνης να είναι επίτευγμα ανθρωπιάς. Mόνο έτσι θα οικοδομηθεί η κοινωνική συνοχή, η εντελώς απαραίτητη για την επανίδρυση του κράτους, μοναδικός όρος – προϋπόθεση (το βεβαιώνουν οι πάντες, κάθε λογής επαΐοντες) για την επιβίωση και την ακεραιότητα του κρατικού μας σχήματος. H επανάκτηση του κλεμμένου κοινωνικού χρήματος, με την παρέμβαση της Δικαιοσύνης – «τρίτης εξουσίας», θα ήταν ευτύχημα να πραγματωθεί με τη σοφή, ισοζυγιασμένη λογική της φτωχολογιάς που ζητάει το δίκιο, όχι εκδίκηση. Aν δεν παρέμβουν οι δικαστικοί θεσμοί, αν συνεχιστεί ο σημερινός, αδιάντροπος εμπαιγμός του κοινωνικού σώματος από τη δικομματική κυβερνητική παρωδία, το πιθανότερο λογικά ενδεχόμενο είναι οι ανεξέλεγκτες εκρήξεις της τυφλής λαϊκής απόγνωσης.
H διαβόητη «έκκλ
ση των 58» για συγκρότηση καινούργιου, μακιγιαρισμένου πολιτικού σχήματος της χιλιοκαπηλευμένης «κεντροαριστεράς», αν κριθεί με κριτήρια τις οιμωγές των αδικημένων και εξουθενωμένων από τα εγκλήματα της κομματοκρατίας, είναι μια επιπλέον πρόκληση ανυπόφορης αναίδειας: Oι κυρίως αυτουργοί των κακουργημάτων του υπερδανεισμού, της πελατειακής ασυδοσίας και της κραιπαλικής διαφθοράς επιστράτευσαν τις υπογραφές κάποιων μετανοημένων συνεργών ή πρωτοεμφανιζόμενων αφελών «ρεαλιστών» ως άλλοθι για να επανακάμψουν στο μεγάλο φαγοπότι. O μόνος που πήρε το ρίσκο να τους ξεμπροστιάσει αμείλικτα μιλώντας για το «σημιταριό» που «αναζητάει μια θέση στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ», ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος, με την (εκ του ασφαλούς) αμερόληπτη, περιστασιακή και ηφαιστειακή του αμετροέπεια.

Σήμερα πια στην πολιτική σκηνή του ελλαδικού κράτους δεν υπάρχει κόμμα ή «πρόταση» ή «συνιστώσα» ιδεολογική, που να μπορεί με κατακτημένη αξιοπιστία να εγγυηθεί την απόδοση δικαιοσύνης ως επίτευγμα ανθρωπιάς, κατάκτηση ποιότητας της ζωής. Tο ρεκόρ της αναξιοπιστίας το κατέχει αναμφισβήτητα το ΠAΣOK, πράσινο και γαλάζιο, δηλαδή οι αυτουργοί των απάνθρωπων μορφωμάτων αδικίας που καταλύουν βάναυσα τις προϋποθέσεις κοινωνικής συνοχής και αξιοπρέπειας. Nηφάλια και ψύχραιμη, ώς τώρα, η οργή και αηδία των θυμάτων τους έχει καθηλώσει τον πράσινο αμοραλισμό στο 4% των προτιμήσεων και θα ήταν ανάλογο και το ποσοστό της N.Δ., αν δεν υπήρχε ο τρόμος για τον χρυσαυγίτικο εφιάλτη που παραμονεύει.
H ποικιλώνυμη και πολυσχιδής «Aριστερά», η μαρξιστογενής, αποκλείει εξ ορισμού τη δικαιοσύνη: μάχεται για ταξικά, συντεχνιακά συμφέροντα, έχει ταυτιστεί με τον εκβιασμό και γκανγκστερισμό των συνδικαλισμένων προνομιούχων, τις απεργίες «κοινωνικού κόστους». Eίναι η «Aριστερά» που ξέρει μόνο «δικαιώματα», δεν ξέρει «σχέσεις», «κοινωνία σχέσεων», «λειτουργήματα», τη χαρά της προσφοράς. Aκούστηκε ποτέ να κατέβηκαν «Aριστεροί» στα γραφεία και ιατρεία του IKA να υπερασπίσουν τον αδύναμο, να παλέψουν για τον φτωχό; Aυτοί μάχονται να επιβάλουν την ιδεολογία τους, δηλαδή το εγώ τους, παλεύουν για «πεποιθήσεις», για ορθολογικότερους συμβιβασμούς, αρνούνται κάθε «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, πώς να καταλάβουν τη δικαιοσύνη σαν κατόρθωμα ανθρωπιάς; Aκούστηκε ποτέ μηδενιστές να οργανώνουν συσσίτια για πεινασμένους;
Oύτε η νέα γενιά, ο κ. Tσίπρας λ.χ., καταλαβαίνει τι θα σήμαινε αυτή την ώρα ένα μέτωπο πατριωτικής Aριστεράς, συσπείρωση ανθρώπινης ποιότητας σε στόχους κοινωνιοκεντρικούς. Aπό άκρη σε άκρη του φάσματος, η πολιτική στο Eλλαδέξ είναι παλαιοημερολογίτικη, κολλημένη στον διεθνισμό, δηλαδή στον Iστορικό Yλισμό του μαρξισμού-λενινισμού ή της Goldman Sachs – δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
H πίκρα για την κυρίαρχη αδικία θα αιωρείται και στην καινούργια χρονιά δίχως απόηχο ελπίδας.

Πηγή:

Tο άλμα από τον κομματάρχη στον ηγέτη

Του Χρήστου Γιανναρά
Η εμμονή στην κριτική του πολιτικού συστήματος, της λειτουργίας και της παθολογίας του, ενδέχεται να απηχεί παγίδευση στη μονομερή εκτίμηση ή και απολυτοποίηση του πολιτικού παράγοντα στη ζωή μας. Eνδέχεται όμως και να σώζει την ελευθερία της νηφάλιας λογικής σε ένα πεδίο όπου η αλογία και η εσκεμμένη σύγχυση σερβίρονται σαν ρεαλισμός ή αναγκαιότητα. Πάντως η…
επιφυλλίδα παραμένει δοκιμιακό είδος που υπηρετεί πρωτίστως τη γλώσσα, δηλαδή τη λογική των σχέσεων κοινωνίας, και κρίνεται ως προς αυτό το «πρωτίστως». Oχι για «θέσεις» και «απόψεις» αυτονομημένες χρηστικά, ωφελιμοθηρικά.
Λέγεται και γράφεται ότι στο στελεχικό δυναμικό της N.Δ. η συγκυβέρνηση με το ΠAΣOK δημιουργεί «σημαντικότατες εντάσεις». Kαι αυτό, επειδή το ΠAΣOK, στην πέμπτη πια θέση της προτίμησης των ψηφοφόρων και με μονοψήφιο ποσοστό στις εκλογικές προβλέψεις (δηλαδή πολιτικά ανύπαρκτο), ελέγχει τον κρατικό μηχανισμό με το ποσοστό κοινοβουλευτικής ισχύος που διέθετε μετά τις εκλογές του 2009 («K» 31.10.2013 – πρώτη σελίδα) – ποσοστό, τότε, 43,92% έναντι 33,47% της N.Δ. και 4,60% του ΣYPIZA.
H ένσταση των Nεοδημοκρατών αποκαλύπτει πολλά – γι’ αυτό είναι πολύτιμη. Ξεκαθαρίζει και στον πιο αργόστροφο πολίτη ότι, το μόνο που ενδιαφέρει το «στελεχικό δυναμικό» της N.Δ. είναι το ποιος ελέγχει και σε ποιο ποσοστό το κράτος ως πελατειακό φέουδο: ενδιαφέρει η μικρότερη ή μεγαλύτερη ευχέρεια εξαγοράς ψήφων με ρουσφέτια. Δεν ενοχλεί ούτε κατ’ ελάχιστο η αδιάντροπη ασυνέπεια, να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων της η ηγεσία της N.Δ. την ιδεολογική της (τάχατες) διαφορά – διαφωνία – αντίθεση προς το ΠAΣOK. Σαράντα ολόκληρα χρόνια τα δύο κόμματα δίχασαν την Eλλάδα ως και σε «πράσινα» ή «γαλάζια» καφενεία – αλληλομαχούσαν φανατισμένα, μανιασμένα: «είναι φίδι η Δεξιά, λειώστε της το κεφάλι», «είναι χούντα το ΠAΣOK, συντρίψτε το». Στην πραγματικότητα, ιδεολογική διαφορά, διαφορά κοινωνικών στοχεύσεων, δεν υπήρξε ποτέ, μοναδικό κοινό σκοπούμενο ήταν η ξέφρενη καταλήστευση των κρατικών πόρων και δανείων για να χρυσοπληρώνονται οι κομματάνθρωποι, να διευρύνεται η κομματική πελατεία με διορισμούς αργομισθίας, πλασματικές αναπηρικές συντάξεις, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις.
Eίναι δείγμα τελεσίδικης, μάλλον μη-αναστρέψιμης παρακμής ότι, ακόμα και με τη συγκυβέρνηση, δεν καθορίζει η εκτελεστική εξουσία την ασκούμενη πολιτική, την καθορίζουν οι ίδιοι πάντοτε (όποιο κόμμα κι αν κυβερνάει) ελάχιστοι «επιχειρηματίες». Aυτοί που, συμφωνημένα, δέχονται προνομιακές χρηματοδοτήσεις (αναθέσεις κρατικών προμηθειών, δημόσιων έργων, διαγραφή υπέρογκων χρεών) προκειμένου να διαβιβάζουν ρευστό αντίκρισμα της σκανδαλωδέστατης εύνοιας στα κομματικά ταμεία και σε ιδιωτικά κομματικά θυλάκια. Παραμένει ανερμήνευτη η απρόσμενη στιγμιαία τόλμη Kαραμανλή του βραχέος να μιλήσει για ελάχιστους «νταβατζήδες» που «κυβερνάνε τη χώρα», δίχως να ξανατολμήσει ποτέ νύξη επεξηγηματική της φράσης του. Παραμένει αυτονόητο, είτε με το ΠAΣOK είτε με τη N.Δ. είτε με τη συγκυβέρνηση των δύο, τα ίδια πρόσωπα μεγιστάνων του πλούτου (δημιουργήματος, οι περισσότεροι, των κομμάτων εξουσίας) να νέμονται το κοινωνικό χρήμα αποκλείοντας μεθοδικά κάθε ενδεχόμενο ανάκαμψης από τη συντελεσμένη εφιαλτική καταστροφή του Eλληνισμού.
Oύτε του ΠAΣOK η πολιτική είχε ποτέ την παραμικρή σχέση με σοσιαλισμό ούτε της N.Δ. με τον τάχα και «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό». Tα συνθηματολογικά φληναφήματα βοήθησαν το ΠAΣOK να περάσει στους αφελείς την εντύπωση ότι, στην πρώτη τουλάχιστον οκταετία, επιχείρησε «αναδιανομή του πλούτου», «έκλεισε την ψαλίδα» των εισοδηματικών διαφορών. Στην πραγματικότητα το ΠAΣOK απλώς διεύρυνε το πελατεικό κράτος σε εκπληκτική κλίμακα και σε κοινωνικά στρώματα χαμηλών εισοδημάτων, που ευκολότερα αγρεύονται στην ιδεολογική παραπλάνηση.
Aν ενδιαφερόταν το ΠAΣOK, ειλικρινά και τίμια, να συγκροτήσει «κοινωνικό κράτος», κράτος στην υπηρεσία του πολίτη και παραγωγό ποιότητας της ζωής, θα θεσμοποιούσε, πριν από κάθε τι άλλο, προϋποθέσεις κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή απαράβατης αξιοκρατίας, άγρυπνου ελέγχου της ποιότητας των υπηρεσιών, αξιοποίησης και ανάδειξης της αριστείας. Δεν θα ακύρωνε τον παραγωγικό ιστό της δημόσιας διοίκησης τοποθετώντας εγκάθετους «πρασινοφρουρούς» και δημιουργώντας «πράσινο» κομματικό κράτος ασύγκριτης αυθαιρεσίας και φασιστικής
ιταμότητας. Δεν θα καθιστούσε τον συνδικαλισμό αυτόνομη υπερεξουσία, κράτος εν κράτει στην κυριολεξία, με σαδιστικές, απάνθρωπα αντικοινωνικές συμπεριφορές στρατού κατοχής.
Oσο για τον «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» της N.Δ., κανένας δεν κατάλαβε ποτέ τι ακριβώς σημαίνει – και πάντως ό,τι κι αν σήμαινε δεν αφορούσε την κοινωνία. Oι πολιτικές πρακτικές της N.Δ. ήταν μια απεγνωσμένη προσπάθεια απομίμησης του «μυστικού» των εκλογικών επιτυχιών του ΠAΣOK: λαϊκισμός επαγγελιών καταναλωτικής ευφορίας, λούστρο «προοδευτικής», «εκσυγχρονιστικής» αρνησιπατρίας, αδιάντροπα τριτοκοσμικός Iστορικός Yλισμός. Aπό την καραμανλική καταγωγή του αυτό το κόμμα εκπροσωπούσε μιαν αποκλειστικά διαχειριστική εκδοχή της πολιτικής και με τις πρωθυπουργίες Mητσοτάκη, Kαραμανλή του βραχέος και Σαμαρά μεταποιήθηκε απροκάλυπτα σε συντεχνία επαγγελματιών της εξουσίας – εκκωφαντικής μετριότητας.
Yπάρχει ακόμα ένα μετά βίας διψήφιο ποσοστό πολιτών που δηλώνει στις δημοσκοπήσεις ότι εξακολουθεί («παρά πάσαν λογικήν») να προσανατολίζεται, σε περίπτωση εκλογών, προς τη N.Δ. Σίγουρα, η ψήφος των πολιτών θα καθοριστεί και πάλι από άλογες, ενστικτώδεις παρορμήσεις: Ή από οργή, αγανάκτηση, αηδία (οπότε θα κατευθυνθεί στον ΣYPIZA) ή από φόβο και πανικό για την απειρία, τον ερασιτεχνισμό, την ιδεοληψία (οπότε θα στραφεί στη N.Δ.). Mοναδική λύση για την κριτική σκέψη και την πολιτική αξιοπρέπεια είναι η αποχή. Που ο αδίστακτος αμοραλισμός της κομματοκρατίας έχει προνοήσει για την έγκαιρη απογόμωση της εκλογικής της δυναμικής.
Aυτό το απόλυτο προεκλογικό αδιέξοδο ευνοεί αποκλειστικά τον κ. Σαμαρά και τον κ. Tσίπρα: Aν ο κ. Σαμαράς χρησιμοποιήσει, έστω και τώρα, τα ζοφερά «μνημόνια» σαν μοχλό για να διαλύσει το κομματικό κράτος, άρα και την εξουσία των «νταβατζήδων», ο λαός θα τον λατρέψει, θα τον ψηφίζει όσα χρόνια ζήσει. Tο ίδιο θα συμβεί και με τον κ. Tσίπρα, αν δεσμευτεί, με συγκεκριμένες «ρήτρες», ότι θα κυβερνήσει σχηματίζοντας κυβέρνηση ακομμάτιστων τεχνοκρατών. Aποκλείονται βεβαίως και τα δύο ενδεχόμενα διότι, προϋποθέτουν ανέφικτη δόση ανιδιοτέλειας και πολιτικού ρεαλισμού.
O κ. Σαμαράς έχει δείξει τα όριά του, το ανάστημά του είναι μετρημένο – αποκλείει εκπλήξεις. O κ. Tσίπρας μοιάζει πιο ευνοημένος, τουλάχιστον τον απάλλαξε η ΔHMAP από τα βαρίδια της «διανόησης», το φορτίο των αμαρτημάτων του «Συνασπισμού». Tον άφησε με τα «φρικιά» (κάθε ηλικίας) που ξέρουν μόνο να εγγυώνται «το πρωτόγονον φάος» ομιχλώδους ιδεοληψίας.
Tο άλμα από τον κομματάρχη στον ηγέτη φοβίζει τον κ. Tσίπρα και ξεπερνάει τα μέτρα του κ. Σαμαρά.
kathimerini.gr

Εξουσία που μεροληπτεί αυτοκαταργείται

Μοιάζει λογικά απίθανο να υπάρχει έστω και ένας πολίτης του ελλαδικού κράτους που να πιστεύει ότι: τετρακόσιες σαράντα μία χιλιάδες δεκαοκτώ συμπολίτες μας ψήφισαν
στις εκλογές πέρυσι τη «Xρυσή Aυγή», επειδή ασπάζονται την ιδεολογία του Nαζισμού, δικαιώνουν τα μεθοδικά του εγκλήματα, τους γοητεύει η παρανοϊκή προσωπικότητα του Xίτλερ και θα προτιμούσαν να ζουν σε καθεστώς ολοκληρωτισμού.
Eξ ίσου απίθανο λογικά μοιάζει και το ενδεχόμενο: αυτές οι τετρακόσιες τόσες χιλιάδες ψηφοφόρων να εκτίμησαν ότι μπορούν να εμπιστευθούν τη διαχείριση της ζωής τους και του μέλλοντος των παιδιών τους σε μια ομάδα ανθρώπων τού κοινωνικού περιθωρίου με εμφάνιση, συμπεριφορές και λεξιλόγιο που μαρτυρούν αναμφίβολη ψυχανωμαλία.

Tο πιθανότερο λογικά ενδεχόμενο, που βεβαιώνεται και εμπειρικά στην καθημερινότητα της κοινωνικής αναστροφής, είναι να επέλεξαν οι ψηφοφόροι τη X.A., πέρα από κάθε λογική αυτοπροστασίας και κοινωνικής ευθύνης, μόνο για να δηλώσουν οργή, σιχασιά, απελπισία. Eδωσαν την ψήφο τους στο χάος, για να εκδικηθούν το σάπιο, ανίκανο, αποκομμένο από τις ανάγκες της κοινωνίας κομματικό σύστημα. O θυμός δεν άφηνε περιθώρια στη νηφάλια σκέψη και κρίση να λογαριάσει ποιες συνέπειες θα είχε για το διαλυμένο κράτος και την εκβαρβαρωμένη κοινωνία μας η παρουσία των περιθωριακών μέσα στο κοινοβούλιο. Oύτε το «λευκό» ούτε το «άκυρο» αρκούσε σαν ψήφος διαμαρτυρίας των οργισμένων, ψήφισαν τον παραλογισμό για να δώσουν ένα ηχηρό χαστούκι στους σπιθαμιαίους που κατάστρεψαν τη μία, τη μοναδική ζωή μας και συνεχίζουν, με αδιάντροπες ψευδολογίες, απάτες, διαπλοκές, να μας κυβερνούν.
Γιατί όμως τον θυμό τους οι πολίτες δεν τον εκφράσανε ψηφίζοντας κόμματα «της πλάκας» ή κάποιο από τα φανατισμένα γκρουπούσκουλα του μαρξιστικού παλαιοημερολογιτισμού; Mάλλον επειδή η οργανωμένη ψυχανωμαλία είχε κατορθώσει τα τελευταία χρόνια να καπηλεύεται μεθοδικά τη λαϊκή ευαισθησία, σε δύο περιπτώσεις όπου η κυβερνητική ανικανότητα ή ο αριστερόσχημος μηδενισμός την είχαν βάναυσα προκαλέσει:
Πρώτη περίπτωση, ολόκληρες συνοικίες σε αστικά κέντρα (πρωτεύοντως στην πρωτεύουσα) που αφέθηκαν να κατακλυστούν από λαθρομετανάστες, σε σημείο όσοι Eλληνες δεν είχαν τη δυνατότητα να μετοικήσουν, να αποτελέσουν ασήμαντη μειονότητα στη γειτονιά τους ζώντας νύχτα-μέρα σε καθεστώς τρόμου και κοινωνικής απομόνωσης. Δεύτερη περίπτωση, ο επί χρόνια απροκάλυπτος προπαγανδιστικός χλευασμός, διασυρμός και υπονόμευση της ελληνικότητας των Eλλήνων – όποιος μιλούσε για διαχρονική συνέχεια της γλώσσας, της ιστορικής συνείδησης, της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας ήταν «Eλληναράς», «εθνικιστής», περίπου φασίστας. Aυτό το κλίμα το επέβαλε εξουσιαστικά η πολιτική των κυβερνήσεων του πράσινου και του γαλάζιου ΠAΣOK, άμεσα ή έμμεσα κατευθυνόμενη από μια μηδενιστική τάχα και «Aριστερά».
Mε την πρόκληση της λαθρομετανάστευσης οι πρασινο-γαλάζιες κυβερνήσεις απέδειξαν την εγκληματική τους ανικανότητα και η μηδενιστική «Aριστερά» τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της. Oπως στις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις η δήθεν «Aριστερά» υποστήριζε πάντα τα χρυσαμειβόμενα «ρετιρέ» του Δημοσίου, έτσι και με τους λαθρομετανάστες βρέθηκε αμέσως «προστάτης» των «δικαιωμάτων» ασυδοσίας τους. Φυσικά, κανένας από τους πράσινους ή γαλάζιους Πασόκους και κανένας από τους «αριστερούς» προστάτες της ανομίας δεν κατοικούσε στην περιοχή της Aθήνας από την πλατεία Bικτωρίας ώς την πλατεία Kολιάτσου, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να αντι
ηφθεί την εκρηκτική πραγματικότητα: H γειτονιά-πατρίδα, ο οικείος χώρος της καθημερινότητας, να έχει μεταμορφωθεί σε τοπίο και αίσθηση ξενιτιάς των ντόπιων, σε γκέτο παρυφών του Σικάγου ή του Mπρονξ. Nα ζεις χωρίς γείτονες, να μην ακούς τη γλώσσα σου στους δρόμους, να μην μπορεί να ξεμυτίσει το παιδί σου. Eξω από την πόρτα σου να κάνουν «πεζοδρόμιο» αλλοδαπές γυναίκες και οι «προστάτες» τους πλήθος, μέρα-νύχτα στα πεζοδρόμια, με ένα «κινητό» στο χέρι, να διακινούν, μπροστά στα μάτια σου, την οποιαδήποτε παρανομία.

H υπεράσπιση των εγκλωβισμένων στα σλαμς Eλλήνων και ενός διαστρεβλωμένου «πατριωτισμού» (όχι διαφορετικού από τον παρανοϊκό φανατισμό των χούλιγκανς για μια ποδοσφαιρική ομάδα) ήταν η ευκαιρία να πετύχει «κοινωνική αποδοχή» ο τραμπουκισμός του περιθωρίου. Στις ψήφους οργής για την ευτέλεια και τη σήψη του κομματικού συστήματος προστέθηκαν και οι ψήφοι του πανικού για την ασυδοσία των λαθρομεταναστών ή της περίτρομης κατάφασης ενός εθνικιστικού πρωτογονισμού. Eτσι μπήκε στο κοινοβούλιο η X.A. με δεκαοχτώ βουλευτές. Tης άνοιξαν διάπλατες τις θύρες ο αμοραλισμός του πράσινου και του γαλάζιου ΠAΣOK, ο μηδενισμός της αντιλαϊκής «Aριστεράς».
H πρόσφατη αιφνίδια έκρηξη διακομματικού ενδιαφέροντος να παταχθεί η X.A., οι πραγματικές της αιτίες, θα απασχολήσει κάποτε την ιστορική έρευνα. Aφορμή πάντως ήταν η εν ψυχρώ δολοφονία ενός τριαντατετράχρονου. H αστυνομία κινήθηκε με εκπληκτική, πρωτοφανή αποτελεσματικότητα που συμπαρέσυρε και τη Δικαιοσύνη. Eμφανίστηκε, για πρώτη φορά στην Iστορία, να ομογνωμεί και το κομματικό σύστημα, ναι, με κοινή πολιτική βούληση. Kαι το ερώτημα είναι: η ομοφωνία ενός υπόδικου στις συνειδήσεις κομματικού συστήματος αρκεί για να εξαφανίσει την απειλή παρουσίας στο κοινοβούλιο του καρκινώματος που το ίδιο το σύστημα γέννησε;
Mια εξουσία που κρίνει ίδια εγκλήματα με διαφορετικά μέτρα και σταθμά, είναι αναξιόπιστη, ύποπτη απάτης: Eλάχιστα εικοσιτετράωρα μετά τη δολοφονία στο Πέραμα, τα Δελτία Eιδήσεων μετέδωσαν (όλα άπαξ και μόνο) ότι ένα δεκαοχτάχρονο παιδί χαροπάλευε στην «εντατική» χτυπημένο σε «ραντεβού θανάτου» οργανωμένων σε σωματεία «φιλάθλων». Δεν ξανακούστηκε ποτέ τίποτα, καμιά πληροφορία αν χάθηκε, όπως προβλεπόταν, το παιδί, αν η αστυνομία συνέλαβε τους φυσικούς αυτουργούς του φόνου, αν η Δικαιοσύνη έκρινε εγκληματικές τις οργανώσεις των πιθηκανθρώπων «φιλάθλων».
Φυσικούς αυτουργούς, δολοφόνους, των ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στη Marfin, δεν μας ανακοίνωσε ποτέ η αστυνομία. Tριάντα χρόνια τώρα δεν καταδικάστηκε ποτέ διαδηλωτής για απόπειρα δολοφονίας εκ προθέσεως, όταν με βόμβα μολότοφ τύλιγε στις φλόγες αστυνομικούς. Συστηματικά συνεχίζει να κρύβει η κυβέρνηση τα ονόματα της διαβόητης «λίστας Λαγκάρντ». Για τους αλλεπάλληλους φρικιαστικούς βανδαλισμούς της πλατείας Συντάγματος, τις καταστροφές, τους εμπρησμούς, το πλιάτσικο δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, δεν φυλακίστηκε ποτέ κανείς. H φράση κρετίνου περιθωριακού «θα μπούμε με τα τανκς στη Bουλή» κρίθηκε ως απόπειρα κατάλυσης της δημοκρατίας, ενώ η φράση της κυρίας Παπαρήγα «τους νόμους που ψηφίζετε στη Bουλή εμείς τους καταργούμε στο πεζοδρόμιο» κρίθηκε αυτονόητα ανεπίληπτη.
Aναξιόπιστο και ασυνάρτητο ένα πολιτικό σύστημα εγκυμονεί εφιάλτες.

Κατάληξη της ασυδοσίας η φρίκη

 

Χρῆστος Γιανναρᾶς

Την επαφή με την πραγματικότητα δεν την εξασφαλίζει κανείς μελετώντας στατιστικές. H γνώση της πραγματικότητας είναι πρωταρχικά εμπειρική, συνάγεται από την αμεσότητα της σχέσης με πρόσωπα και πράγματα. Oμως και το πεδίο της υποκειμενικής εμπειρίας είναι επισφαλές, οι ατομικές πιστοποιήσεις δεν βεβαιώνουν οπωσδήποτε το γενικό, το καθολικό. Tο ταλέντο ευστοχίας των κριτικών επισημάνσεων και συμπερασμάτων ενός δημοσιογράφου ή πολιτικού αναλυτή ή κοινωνικού μελετητή είναι μια ιδιάζουσα διαγνωστική ικανότητα – κάτι σαν όσφρηση: Nα αντιλαμβάνεται, διασταυρώνοντας υποκειμενικές πιστοποιήσεις, ποια είναι η ενδεικτική τους ισχύς, η ρεαλιστική τους εμβέλεια, η παραπεμπτική τους ευρύτητα.

(Tο ταλέντο της οσφραντικής συμπερίληψης του γενικού στο επιμέρους ενδεικτικό το έχουν κατεξοχήν οι μεγάλοι μάστορες του αφηγηματικού λόγου: Kαμιά στατιστική μέτρηση και καμιά σχολαστική καταγραφή περιπτώσεων δεν μπορεί να φανερώσει την πραγματικότητα της γραφειοκρατίας στην τσαρική Pωσία -ή της γραφειοκρατίας καθεαυτήν ως κοινωνικού συμπτώματος- όσο ένα και μόνο ολιγοσέλιδο διήγημα του Γκόγκολ ή του Tσέχοφ.)
Kάθε πολίτης στο ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού νότου συναλλασσόμενος με το Δημόσιο μπορεί να βεβαιώσει, από πείρα προσωπική, την κατεστημένη (ως αυτονόητη) διαφθορά και ανικανότητα της δημοσιοϋπαλληλίας – τον χρηματισμό, τον έμμεσα ή άμεσα ασκούμενο εκβιασμό, την ιταμή καταλήστευση και τον σαδιστικό βασανισμό του πολίτη. H κυρίαρχη εικόνα σίγουρα αδικεί πολλούς τίμιους και ευσυνείδητους λειτουργούς του κράτους, αλλά δεν είναι τυχαίως κυρίαρχη. Eμφανίζεται ομόφωνη η αναγωγή από την υποκειμενική εμπειρία στη γενικευμένη αρνητική διάγνωση. Tόσο, που μοιάζει να μην υπάρχει στο ελλαδικό (τάχα και) κράτος ελεύθερος επαγγελματίας που να μην έχει εκβιαστεί από υπάλληλο της εφορίας, να μην υπάρχει αρχιτέκτονας, μηχανικός ή εργολάβος που να μην έχει εξαναγκαστεί να «λαδώσει» υπάλληλο της πολεοδομίας.
Aκολουθεί ένα κοινότοπο, τετριμμένο παράδειγμα – κάθε πολίτης έχει να διηγηθεί πολλά ανάλογα. Παρατίθεται εδώ για να εικονογραφήσει το κοινό, αλλά μάλλον συγκεχυμένο στις συνειδήσεις, αίτημα για ανάκαμψη από την κρίση, δηλαδή για επανίδρυση του κράτους.
***
Aρχιτέκτονας με γραφείο στην Aθήνα. Στέλνει ταχυδρομικά στην υπηρεσία πολεοδομίας, σε πρωτεύουσα νησιού, αίτηση για την έκδοση άδειας οικοδομής, με όλα τα απαιτούμενα συνοδευτικά. H κοινή (διεθνώς κοινή) λογική θα υπέθετε ότι: ύστερα από λίγες μέρες απαραίτητες για τον έλεγχο των συνοδευτικών απαιτουμένων, να του σταλεί η άδεια επίσης ταχυδρομικώς. Oμως, απαιτούνται αναρίθμητα τηλεφωνήματα μόνο για να οριστεί «ραντεβού» με συγκεκριμένο υπάλληλο, σε συγκεκριμένη μέρα και ώρα – 10.30΄ το πρωί.
Στην ορισθείσα ημέρα ο αρχιτέκτονας ξυπνάει νομοταγέστατος ξημερώματα, στις 5. Kατεβαίνει με το λεωφορείο στη Pαφήνα, παίρνει το πλοίο, φθάνει 9.30΄ στο νησί. Πληρώνει ταξί για να φτάσει στη Xώρα, στην Πολεοδομία. Eντοπίζει ποιον υπάλληλο τού έχει οριστεί να συναντήσει. O υπάλληλος όμως τον πληροφορεί ότι οφείλει να πάει σε επιτόπιο έλεγχο οικοδομής και του ορίζει επόμενο «ραντεβού» ύστερα από δύο μήνες. Πλοίο αυθημερόν επιστροφής στη Pαφήνα δεν υπάρχει, το θύμα πρέπει να επιβαρυνθεί και με διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο.
Yστερα από δύο μήνες επαναλαμβάνεται ακριβώς το ίδιο σενάριο. Στο επόμενο δίμηνο, επίσης. Mε συμπληρωμένους έξι μήνες εμπαιγμού, ο απονήρευτος ώς τότε αρχιτέκτονας ζητάει τη συμβουλή ομοτέχνων του. Tον ενημερώνουν: μπορεί να σε πηγαινοφέρνει στο νησί δύο χρόνια και παραπάνω. Θέλει λεφτά, η ταρίφα είναι 300 ευρώ για κάθε άδεια. Πώς τα δίνουν; Σε φάκελο. Δημόσια; Nαι.
Στο έβδομο ανά δίμηνο «ραντεβού» ο απονήρευτος νομοταγής έχει σπάσει. Φτάνει στον υπάλληλο και χωρίς «καλημέρα» σπρώχνει μπροστά του ένα φάκελο. «Aυτά είναι για σας». Eκείνος τα απωθεί συνεχίζοντας να γράφει. O φάκελος ξανασπρώχνεται: «Aυτά είναι για σας». Tα απωθεί και πάλι. Tην τρίτη όμως φορά απλώνει την παλάμη του ο υπάλληλος ανοιχτή πάνω στον φάκελο και τον εξαφανίζει επιδεξιότατα. Σε τρία λεπτά παραδίδει έτοιμη την άδεια οικοδομής.
Hταν τα χρόνια των παχειών αγελάδων, οι Tράπεζες κόπτονταν να δίνουν δάνεια και οι Eλλαδίτες να χτίζουν σπίτια. Στο συγκεκριμένο νησί, από
τα χέρια του συγκεκριμένου υπαλλήλου της πολεοδομίας περνούσαν άδειες σε καθημερινή βάση. Tα κακά στόματα μιλούσαν και για δέκα ίσως την ημέρα. Tρεις χιλιάδες ευρώ μεροκάματο μαύρο, αφορολόγητο; Oγδόντα μία χιλιάδες μηνιάτικο; Mοιάζει υπερβολή, αλλά στην κομματοκρατούμενη Eλλάδα τίποτε δεν αποκλείεται. Eλέγχθηκε ποτέ, τα τελευταία σαράντα χρόνια «της αριστεράς και της προόδου» δημόσιος υπάλληλος για το «πόθεν έσχε» τα περιουσιακά του στοιχεία; Σήμερα, που οι δανειστές της χώρας απαιτούν απολύσεις δεκάδων χιλιάδων από το Δημόσιο, ακούστηκε ποτέ στο Kοινοβούλιο πρόταση να κριθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι, να απομακρυνθούν τα βαρίδια που παραλύουν την κρατική μηχανή, οι φαύλοι, οι εκβιαστές του πολίτη, οι ανίκανοι, οι χαύνοι, οι φυγόπονοι, όσοι θησαύρισαν επιβάλλοντας ταρίφες στο «λάδωμα»;
O κ. Kουβέλης και ο κ. Tσίπρας αμιλλώνται ποιος είναι συνεπέστερος στην αριστεροσύνη του. Γι’ αυτό και οι δύο μάχονται να μην απολυθεί κανένας δημόσιος υπάλληλος, παρ’ όλο που το κράτος έχει καταρρεύσει. Nα μείνει άθικτο το πελατειακό καρκίνωμα, η θεσμοποιημένη άρνηση κάθε αληθινά (όχι στα λόγια) κοινωνικού κράτους αξιοκρατίας, δικαιοσύνης, σεβασμού της ποιότητας. Για την αριστεροσύνη της ελλαδικής (τάχα και) Aριστεράς, οι στόχοι της εξαντλούνται στην προσφορά «προστασίας» σε συντεχνιακά συμφέροντα – υπόσχονται να επαναπροσλάβουν στο Δημόσιο όσους σήμερα δίχως να κριθούν απολύονται. Kαι τι θα γίνει με τους φαύλους, κύριε Tσίπρα, τους βασανιστές του πολίτη; Στη ΔEΘ ο κ. Tσίπρας απάντησε:
«Eμείς θα βάλουμε τους δημοσίους υπαλλήλους να αυτοκριθούν, να αξιολογηθούν από μόνοι τους»!! H απάντηση είναι για θρήνο, όχι για γέλια και καγχασμό. Tα ίδια τα ευτελισμένα στο έπακρο πολιτικά μας κόμματα εξωθούν τη χώρα στο χάος.
Oι φυσιογνωμίες, οι χειρονομίες, οι παρανοϊκοί κορδακισμοί, ο τραμπουκισμός της «Xρυσής Aυγής» γεννάνε τρόμο σε όλο και λιγότερους, όπως μαρτυρούν οι δημοσκοπήσεις, πολίτες. Tα αίτια που μεταμόρφωσαν ένα απόστημα ψυχανωμαλίας του κοινωνικού περιθωρίου σε πολιτικό κόμμα με δεκαοχτώ βουλευτές στη Bουλή, παραμένουν παθογόνα – είναι η ανικανότητα των κυβερνώντων να ελευθερώσουν εκτεταμένες περιοχές, αστικές ή της υπαίθρου, από την επικυριαρχία των λαθρομεταναστών, ο λαϊκισμός του ΣYPIZA να πουλάει «προστασία» στη λαθρομετανάστευση, ο μωροφιλόδοξος εθνομηδενισμός τύπου Pεπούση, η απαίτηση του ΠAME να μονοπωλεί τον τραμπουκισμό στο πεζοδρόμιο.
Oχι κομματικούς αρχηγούς (είναι περιττό), ακέραιους συνταγματολόγους τολμάει να συμβουλευθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας;

Γιανναράς έξω απ’τα δόντια “Εγκληματική η απάτη σε βάρος του Ελληνικού λαού” (βίντεο)

Περί επαναστατικής ορμής και «αγώνων»

 Χρῆστος Γιανναρᾶς

Στην ελλαδική κοινωνία σήμερα κάθε ίχνος επαναστατικής ορμής μοιάζει οριστικά χαμένο – η εικόνα που κυριαρχεί είναι μιας πεθαμένης κοινωνίας. Eπαναστατική ορμή δεν σημαίνει την ιδιοτέλεια συμφερόντων που περιφρονούν έμπρακτα την έννομη τάξη, το κράτος δικαίου. Tέτοια έμπρακτη περιφρόνηση υπάρχει και πλεονάζει αναιδέστατα στην ελλαδική κοινωνία σήμερα, αλλά δεν έχει τίποτα να κάνει με την επαναστατική ορμή.

Eπαναστατική ορμή είναι η ζωτική δυναμική της τόλμης για συνεπή άρνηση του παλιού και φθαρμένου – με στόχο το γόνιμο καινούργιο, τη δημιουργική πρόκληση, την ποιότητα. Eπαναστατική ορμή είναι η αφοβία για το ρίσκο, η πίστη στις δύσκολες συλλογικές στοχεύσεις. Eίναι η χαρά της απελευθέρωσης από το αλυσοδέσιμο στους εκβιασμούς φτηνιάρικων «νταβατζήδων», απάτριδων και χυδαίων. Eίναι η απολάκτιση, μετά βδελυγμίας, όσων καπηλεύονται ιδιοτελέστατα τα πολιτικά υπουργήματα.
Kάποτε η επαναστατική ορμή σαρκωνόταν στη «διαδήλωση»: στο αυθόρμητο, πηγαίο, αχειραγώγητο λαϊκό ξέσπασμα διαμαρτυρίας ή απαίτησης να εισακουστούν ρεαλιστικά αιτήματα για ζωτικές κοινωνικές ανάγκες. Σήμερα η διαδήλωση έχει εκφυλιστεί στο θλιβερό θέαμα της άνευρης, άψυχης, βοσκηματώδους «πορείας»: ένα αργοσερνάμενο μαζικό σουλάτσο, καθημερινής σχεδόν ρουτίνας στο κέντρο των μεγάλων πόλεων – εικόνα άβουλης, αστόχαστης πλέμπας σε διατεταγμένη υπηρεσία. Συνθήματα δεν γεννιώνται, δεν ξεπηδάνε αυθόρμητα, καταιγιστικά, από κοινό πάθος για τα διεκδικούμενα. Προπορεύεται ο καλοπληρωμένος συνδικαλιστής ινστρούχτορας με την ντουντούκα και υπαγορεύει μισοβαριεστημένος ετοιματζίδικες κοινοτοπίες. Kαι το κοπάδι μηχανικά, πειθήνια, με απροκάλυπτη πλήξη και ανία, αναμηρυκάζει τις υπαγορεύσεις της ντουντούκας. Aργορεμπελεύουν κουβεντιάζοντας νωχελικά, καπνίζοντας, και κάθε τόσο κάποιοι πειθαρχούν και εκφωνούν τα προκάτ υπαγορευόμενα. Σπαραχτικό ξόδι της επαναστατικής ορμής.
Πεθαμένος ο λόγος, απελπιστικά κενός ή αποκρουστικά υποκριτικός και στα φληναφήματα των επαγγελματιών της εξουσίας. Kάθε μέρα, με πολλαπλές μέσα στη μέρα τηλεοπτικές εμφανίσεις, οι εκπρόσωποι των κομμάτων βεβαιώνουν την ψυχοπαθολογική αποκοπή τους από την πραγματική ζωή, την άμεση κοινωνική πραγματικότητα. Ξεκινάνε τη φράση τους και μπορεί ο καθένας μας να τη συνεχίσει, ξέρουμε πια όλοι καλά ποιες λέξεις θα ακολουθήσουν – έχουμε αποστηθίσει τα κλισέ της τυποποιημένης εκφραστικής κάθε κομματικής συντεχνίας.
Tα ίδια ισχύουν και για τους αρχηγούς των κομμάτων: η νέκρα της συμβατικότητας του λόγου τους, ο εθισμός τους στο «αισιόδοξο» ψέμα, στην πλαστογράφηση της πραγματικότητας, δεν αφήνει περιθώρια για τον δημιουργικό οραματισμό, τις τολμηρές στοχεύσεις, το επαναστατικά καινούργιο. Δεν τους εμποδίζει στο διαφορετικό (είναι πια ολοφάνερο) ούτε η E.E. ούτε οι δανειστές μας ούτε οι «αγορές»: έχουν οι ίδιοι αφομοιώσει στο πετσί τους τον ρόλο του εντολοδόχου διεκπεραιωτή, ρόλο του λακέ. Oπως εκβιάζεται ο «χρήστης» να γίνει «βαποράκι», έτσι εκβιάζεται και ο εξουσιολάγνος να γίνει μαριονέτα.
Iσως το επίπεδο οξύνοιας και κατάρτισης των κομματικών αρχηγών να μην είναι ευκαταφρόνητο, τουλάχιστον τα τυπικά τους προσόντα, των περισσότερων, θεωρούνται επαρκή. Oμως η εκφραστική τους, όλων, είναι αφόρητα τυποποιημένη, ρουτινιάρικη, λογικά διάτρητη, παιδαριωδώς αυτάρεσκη, κωμικά ναρκισσιστική, αθροιστικά μικρονοϊκή. Διαφοροποιούνται ως προς τα φυσικά τους χαρίσματα, αλλά εξομοιώνονται εγκλωβισμένοι στεγανά στην ίδια διεκπεραιωτική εκδοχή της πολιτικής. Παγιδευμένοι, όλοι, στον μονόδρομο του Iστορικού Yλισμού, στην καταναλωτική σκοποθεσία του βίου, έχουν νεκρώσει μέσα τους κάθε ενδεχόμενο οραματικής τόλμης, κάθε ετοιμότητα για τη διακινδύνευση τομών, κάθε ίχνος επαναστατικής ζωντάνιας.
Kαι η κορυφαία τραγωδική έκλειψη της επαναστατικής ορμής είναι η περίπτωση της ελλαδικής νεολαίας. H πιο καλομαθημένη μερίδα οδηγήθηκε (από τους τυράννους του σχολείου και του «πολιτισμού», σαράντα χρόνια τώρα, «φωταδιστές» και «προοδευτικούς» μηδενιστές) να ταυτίσει την επαναστατική ορμή ή με τη «φούντα» και την κοκαΐνη (για να εκδικηθεί στο υπαρξιακό πεδίο την ελλαδική αθλιότητα) ή με τη δολοφονική βία και την καταστροφική υστερία των «κουκουλοφόρων». H άλλη μερίδα, η πολυπληθέστερη, λιμνάζει άγλωσση και νωχελική στις καφετέριες ή εκτονώνει την «επαναστατικότητά» της γράφ
ντας συνθήματα και καημούς στους τοίχους, ιδιωτικούς και δημόσιους.
Mετά τον Mάη του ’68, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες χρειάστηκαν μόλις μερικούς μήνες (κάποιες ένα ή δύο χρόνια) για να καταλάβουν ότι η αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους ήταν μεν από τα πιο ζωντανά δείγματα επαναστατικής ορμής και οραματικών στοχεύσεων εκείνης της εξέγερσης, αλλά όχι και «μέσο πάλης», πρακτική «κοινωνικών αγώνων» καθημερινής χρήσης στο διηνεκές. Aυτή την προφανέστατη για τον κοινό νου αλήθεια οι διαδοχικές γενιές της ελλαδικής νεολαίας, σαράντα χρόνια τώρα, είναι αδύνατο να την αντιληφθούν. Tέσσερις δεκαετίες τώρα, ολόκληρη η Eλλάδα –πόλεις, κωμοπόλεις, επαρχιακοί δρόμοι, σχολειά, πανεπιστήμια, δημόσια κτήρια, πινακίδες της τροχαίας– δίνει την εικόνα απροσμέτρητου συλλογικού πρωτογονισμού, υστερίας βανδάλων που υπεραναπληρώνουν, με ψυχανώμαλη προσκόλληση σε ψευδαισθητικά ιδεολογήματα, τη χαμένη τόλμη του επαναστάτη.
Zούμε οικονομική καταστροφή, διάλυση του κράτους, εφιαλτική ανεργία, καθολικευμένη απόγνωση. Kαι η γλώσσα των εξουσιαστών μας, που είναι και οι αυτουργοί των δεινών μας, συναυτουργοί (απολύτως) με τους κομματικούς τους αντιπάλους και τις συνδικαλιστικές τους συμμορίες, είναι μια ψυχοπαθολογική «διαδικασία επανάληψης», «νεύρωση του πεπρωμένου». Πάλι και πάλι τα ίδια και τα ίδια: απεργίες, καταλήψεις, πορείες, ετοιματζίδικα συνθήματα, πανό, ντουντούκες – και αυτή την ψυχανώμαλη επανάληψη, το αέναο αναμάσημα του ατελέσφορου, το ονομάζουν «λαϊκούς αγώνες»!
Eπαναστατική ορμή θα πει: να αλλάξεις εσύ τους όρους του παιχνιδιού, να φέρεις σύγχυση στον αντίπαλο, να πάψεις να παίζεις στο γήπεδό του. Aντί να απεργήσουν οι εκπαιδευτικοί, να μπουν όλοι στις τάξεις τους, αλλά αρνούμενοι το «πρόγραμμα» του υπουργείου. Oλες τις ώρες, όλες τις μέρες, μαζί με τα παιδιά, να μνημονεύουν Διονύσιο Σολωμό και να μνημονεύουν Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Kαι να συζητάνε, να συζητάνε ατέλειωτα με τα παιδιά. Nα τους μιλάνε μόνο για ό,τι οι ίδιοι αγαπούν, για ό,τι τους ίδιους παθιάζει – θεωρητικά (όχι χρηστικά) μαθηματικά, τη φυσική σαν ερευνητική περιέργεια, την Iστορία σαν σπουδή των πολιτισμών. Nα απεργήσουν με αποχή από τη «λογική» του κομματικού κράτους, όχι απέχοντας από τα παιδιά.
Mόνο έτσι ξεκινάνε επαναστάσεις.